Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΤΟΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΤΟΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019

«Σήμερον τω Ναώ προσάγεται η πανάμωμος Παρθένος» (Αφιέρωμα στην εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου).


«ΣΗΜΕΡΟΝ ΤΩ ΝΑΩ ΠΡΟΣΑΓΕΤΑΙ Η ΠΑΝΑΜΩΜΟΣ ΠΑΡΘΕΝΟΣ»

(Αφιέρωμα στην εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - καθηγητού 

Η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου είναι μια σημαντική θεομητορική εορτή, την οποία εορτάζουν με σεβασμό και λαμπρότητα οι ορθόδοξοι πιστοί σε όλο τον κόσμο. Καθιερώθηκε γύρω στον 6ο αιώνα στην Ιερουσαλήμ με βάση την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας μας. Ο άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων (634-638) κάνει λόγο στα γραπτά του για την εορτή αυτή. Στην Κωνσταντινούπολη καθιερώθηκε γύρω στα τέλη του Ζ΄ ή τις αρχές του Η΄ αιώνα. Κατ’ αυτήν εορτάζεται το γεγονός της εισόδου της Παναγίας μας στο Ναό του Σολομώντος, όταν ήταν τριών ετών.

Βεβαίως δεν υπάρχουν βιβλικές μαρτυρίες για το γεγονός αυτό. Πληροφορίες αντλούμε από την παράδοση της Εκκλησίας μας, η οποία διέσωσε πάμπολλα γεγονότα, τα οποία δεν ιστορούνται στα Ιερά Ευαγγέλια. Επί τη ευκαιρία θα θέλαμε να τονίσουμε για μια ακόμα φορά πως τα Ευαγγέλια δεν είναι ιστορικά κείμενα με την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά είναι κατά κύριο λόγο ιεραποστολικά κείμενα, τα οποία γράφηκαν για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένες ιεραποστολικές και ποιμαντικές ανάγκες της αρχαίας Εκκλησίας. Έτσι, λοιπόν, έμεινε έξω από τις ευαγγελικές διηγήσεις το μεγαλύτερο μέρος της επί γης παρουσίας του Κυρίου και της ζωής των άλλων ιερών προσώπων, που σχετίζονται με το έργο της σωτηρίας. Αντίθετα, μέρος αυτών των πληροφοριών διέσωσε η Ιερά Παράδοση, η οποία είναι, όπως γνωρίζουμε, ισόκυρη με την αγία Γραφή.

Σύμφωνα, λοιπόν, με την Ιερά Παράδοση, οι γονείς της Θεοτόκου Ιωακείμ και Άννα ήταν άνθρωποι ευσεβείς και δίκαιοι. Ανήκαν στη μικρή εκείνη μερίδα των πιστών και ευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι περίμεναν εναγωνίως την έλευση του Μεσσία. Πάσχιζαν οι ευλαβείς αυτοί άνθρωποι να αποκτήσουν παιδιά, ελπίζοντας πως από τους απογόνους τους θα γεννιόταν ο Μεσσίας.

Οι γονείς της Θεοτόκου ζούσαν με την προσδοκία της τεκνογονίας, όμως δυστυχώς, ήταν άτεκνοι. Είκοσι ολόκληρα χρόνια επιχειρούσαν να τεκνοποιήσουν χωρίς αποτέλεσμα. Το όνειδος της ατεκνίας και η κατάσταση της μοναξιάς δημιουργούσαν στην ψυχή τους αφόρητη πικρία. Όμως δεν έχασαν την πίστη τους στο Θεό ούτε στιγμή. Είχαν την πεποίθηση πως ο Θεός είναι ο χορηγός όλων των αγαθών και κύρια της τεκνογονίας. Η ζωή τους κυλούσε με προσευχή, νηστεία και έντονη προσδοκία, ότι ο Θεός θα άκουγε τις ικεσίες τους και θα τους ελεούσε εν τέλει.

Πράγματι, ο Θεός εισάκουσε τις προσευχές τους. Άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στην Αγία Άννα και της ανήγγειλε το ευχάριστο γεγονός, ότι θα γίνει μητέρα. Το γηραιό ζευγάρι απέκτησε επί τέλους κλήρα. Η ευσεβής γηραιά Άννα γέννησε ένα χαριτωμένο κορίτσι, το οποίο ονόμασαν Μαρία (εβραϊκά Μαριάμ), που σημαίνει Κυρία. Την ανέλπιστη χαρά τους εξέφρασαν με αίνους και ευχαριστίες στο Θεό. Θεώρησαν το νεογέννητο βρέφος ως δικό Του δώρο και γι’ αυτό, από την πρώτη στιγμή, το αφιέρωσαν με όλη τους την ψυχή σ’ Αυτόν

Η μικρή Μαρία από βρέφος ήταν στολισμένη με χάριτες και ιδιότητες λογικά ανεξήγητες. Φάνηκε από τότε πως ήταν ξεχωρισμένη από το Θεό να υπηρετήσει το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου. Η σύνεση, η πραότητα, η ταπείνωση και η υπακοή Της κατέπλησσε τους γονείς Της και τον κοινωνικό τους περίγυρο.

Όταν η Μαρία έγινε τριών ετών, οι ευσεβείς γονείς της αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν την υπόσχεσή τους προς το Θεό, να Του προσφέρουν ως δώρο την αγαπημένη τους θυγατέρα. Άλλωστε, όπως λέει η παράδοση, βρισκόταν σε τέτοια προχωρημένη ηλικία και οι δυο τους, ώστε δεν μπορούσαν πια να φροντίσουν τη μικρή Μαρία. Έτσι όδευσαν προς το Ναό του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ. Εκεί συνάντησαν το συγγενή τους ιερέα Ζαχαρία, πατέρα του Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος ήταν άτεκνος και αυτός ως τότε. Υπηρετούσε με φόβο Θεού το ιερό και προσευχόταν αδιάκοπα να τον ελεήσει ο Θεός και να αποκτήσει και αυτός παιδί με την αγαπημένη του σύζυγο Ελισάβετ.

Η άφιξή τους στον περικαλλή Ναό γέμισε την ψυχή τους με κατάνυξη και ευλάβεια. Πατούσαν τον ιερό χώρο, όπου η παρουσία του Κυρίου ήταν αισθητή. Οι Ιουδαίοι πίστευαν πως ο Ναός ήταν η κατοικία του Θεού και θρόνος του τα Άγια των Αγίων, γι’ αυτό το διαμέρισμα εκείνο θεωρείτο χώρος δέους και τρόμου. Κανένας δεν έμπαινε εκεί, παρά μονάχα ο αρχιερέας του έτους μια φορά το χρόνο, την ημέρα του Εξιλασμού, για να θυμιάσει, ανυπόδητος, ασκεπής και με ένα λιτό χιτώνα.

Ο ιερέας Ζαχαρίας τους υποδέχτηκε σε κάποια από τις μεγάλες πύλες της μεγάλης αυλής. Ο λαός δεν επιτρεπόταν να εισέλθει στο Ναό. Μόνο ο αρχιερέας, οι ιερείς και λευίτες εισέρχονταν στον πρόναο και τα Άγια, για να προσφέρουν τις καθιερωμένες από το Μωυσή θυσίες και να επιτελέσουν τις τελετουργίες. Ο λαός στεκόταν στην ευρύχωρη αυλή και στις απειράριθμες παρακείμενες στοές, όπου παρακολουθούσε τις θυσίες, τις προσευχές και τις άλλες διάφορες τελετές των ιερέων.

Με έκπληξη και θαυμασμό παρατήρησαν πως η μικρή Μαρία όχι μόνο δεν έφερε κάποια αντίσταση, όπως ήταν φυσικό, να αποχωριστεί τους γονείς της, αλλά με χαρά ακολούθησε τον σεβάσμιο Ζαχαρία στο Ναό του Κυρίου. Η χάρις του Θεού είχε σκεπάσει κάθε φυσική Της αντίδραση, την είχε καταστήσει ήδη πολύτιμο σκεύος εκλογής. Η παμπάλαια χριστιανική παράδοση αναφέρει πως ο γέρων Ζαχαρίας, κατά θείαν έμπνευση, οδήγησε τη Μαρία στα Άγια των Αγίων. Εκεί, στο ιερότατο, θεοσκότεινο και απρόσιτο διαμέρισμα του Ναού εισήλθε για να περάσει τα παιδικά Της χρόνια αμόλυντη από την ανθρώπινη αμαρτία, ως πολύτιμος θησαυρός σε ασφαλές θησαυροφυλάκιο!

Οι συνθήκες ζωής στο χώρο εκείνο ήταν λίαν δυσμενείς για ένα κοινό θνητό. Όπως είπαμε, βασίλευε πυκνό σκοτάδι και η είσοδος οποιουδήποτε ήταν αυστηρά απαγορευμένη, για τη χορήγηση τροφής. Όμως η μικρή Μαρία δεν ήταν μια οποιαδήποτε κοινή θνητή. Είχε κληθεί από τη γαστέρα της μητέρας Της να γίνει η μητέρα του Θεού. Ο αφιλόξενος χώρος του άδυτου του Ναού μεταβλήθηκε για χάρη Της σε παραδείσιο περιβάλλον. Ουράνιο άκτιστο φως, που μόνο Αυτή έβλεπε, φώτιζε άπλετα και εκτυφλωτικά το χώρο. Άγγελοι του Θεού βρίσκονταν αδιάκοπα κοντά Της και της κρατούσαν συντροφιά. Άλλοι άγγελοι της κουβαλούσαν μυστική ουράνια τροφή και άλλοι την υπηρετούσαν.

Αυτό κράτησε δώδεκα ολόκληρα χρόνια, μέχρι την ηλικία των δεκαπέντε χρόνων Της. Τότε ο Ζαχαρίας μαζί με άλλους σεβάσμιους και ευλαβείς ιερείς του Ναού αποφάσισαν να βγάλουν τη Μαρία από τα Άγια των Αγίων και να την οδηγήσουν στον κόσμο. Για προστασία την αρραβώνιασαν με τον ευσεβή και μεστό ηλικίας Ιωσήφ, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, διατελούσε σε χηρεία και είχε την προστασία παιδιών του από την πρώτη γυναίκα του. Εγκαταστάθηκαν στην όμορφη και ήσυχη κώμη Ναζαρέτ, όπου εκεί λίγο καιρό αργότερα έγινε ο άγιος Ευαγγελισμός Της.

Η μεγάλη και παγκόσμια θεομητορική εορτή των Εισοδίων εορτάζεται λαμπρά από την Εκκλησία μας. Οι ιερές ακολουθίες έχουν πανηγυρικό χαρακτήρα. Μεγάλοι υμνογράφοι, όπως ο Γεώργιος Νικομηδίας, Λέων ο Μάγιστρος, Ιωσήφ ο Υμνογράφος, Σέργιος ο Αγιοπολίτης και ο Βασίλειος ο Πηγορίτης συνέθεσαν ύμνους μεγάλης ποιητικής και θεολογικής αξίας. «Χαίρει ο ουρανός και η γη τον ουρανόν τον νοητόν πορευόμενον ορώντες εις θείον οίκον ανατραφήναι σεπτώς» αναφέρει ένας ύμνος. Οι πιστοί κατακλύζουμε τους ναούς και τιμούμε την Αειπάρθενο, η
Οποία έγινε αιτία της σωτηρίας μας και μας σκεπάζει κάτω από τις αέναες προσευχές Της στον Υιό Της και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό.

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Η Θεοτόκος είναι η αγιότερη ανθρώπινη ύπαρξη, η Οποία επιλέχτηκε από το Θεό ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλα κορίτσια, για να παίξει ρόλο πρωταγωνιστικό στη διαδικασία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους και ολοκλήρου της δημιουργίας. Η θεία πανσοφία διείδε στο ιερότατο πρόσωπό Της την άκρα καθαρότητα και αγιότητα, η οποία ήταν απαραίτητη για να καταστεί μητέρα του απόλυτα αγίου Θεού.

Η εορτή των Εισοδίων έχει ως στόχο να μας διδάξει πολύ υψηλές έννοιες γύρω από την προσωπικότητα της Θεοτόκου. Να μας μυήσει στην ασύλληπτα βαθιά θεολογία γύρω από την ανεπανάληπτη συμβολή Της στην υλοποίηση του θείου σχεδίου της σωτηρίας του κόσμου.

Ο ιστορικός πυρήνας του γεγονότος των Εισοδίων ελάχιστα απασχολεί την Εκκλησία, όσο η θεολογική του σημασία. Κάποιοι υποστηρίζουν, πως, επειδή η πρώτη γραπτή μαρτυρία του γεγονότος αναφέρεται στο απόκρυφο «Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου», δεν θα πρέπει να θεωρείται αξιόπιστη. Για την ορθόδοξη θεολογία μας όμως αυτό καθ’ εαυτό το ιστορικό γεγονός έχει ελάχιστη σημασία σε σχέση με τη θεολογική και ηθική του σημασία.

Ο Ναός της Ιερουσαλήμ είναι εικόνα της Θεομήτορος. Είναι γνωστή η πίστη στην ιερότητα του Ναού από τους Ιουδαίους. Πίστευαν ότι μέσα σ’ αυτόν κατοικεί ο Θεός, γι’ αυτό ανέβαιναν στο λόφο Σιών, που ήταν κτισμένος με σεβασμό και τρόμο, σαν να προσεγγίζουν τον Ίδιο το Θεό. Η Κιβωτός της Διαθήκης θεωρείτο ο θρόνος του Θεού και η ορατή παρουσία Του στη γη. Ουδείς τολμούσε να προσεγγίσει στο διαμέρισμα του Ναού, που ονομαζόταν Άγια των Αγίων, παρά μόνο ο αρχιερέας του έτους, μια φορά το χρόνο, κατά την πένθιμη ημέρα του Εξιλασμού. Εισερχόταν ανυπόδητος στο φοβερό εκείνο χώρο, ντυμένος ένα λινό ποδήρη χιτώνα, για να θυμιάσει. Έκτοτε κανένας δεν τολμούσε να πλησιάσει εκεί.

Ο απλός λαός δεν επιτρεπόταν να εισέρχεται σε κανένα διαμέρισμα του Ναού, αλλά μόνο το ιερατείο στον πρόναο και τα Άγια. Οι προσκυνητές λαϊκοί στέκονταν στο τεράστιο προαύλιο και τις διάφορες παρακείμενες στοές, από όπου προσεύχονταν και παρακολουθούσαν τις τελετουργίες των ιερέων.

Η Παναγία μας είναι ο νοητός ναός του Θεού. Το ιερότατο νοητό τέμενος, μέσα στο οποίο καταδέχτηκε να οικήσει ο αιώνιος και άπειρος Θεός. Ο ιερός υμνογράφος της εορτής, θέλοντας να τονίσει αυτήν την καταπληκτική παρομοίωση, έγραψε πως η Θεοτόκος είναι, «Ο καθαρότατος ναός του Σωτήρος, η πολυτίμητος παστάς και παρθένος, το ιερόν θησαύρισμα της δόξης του Θεού». Αν θεωρείτο ιερός ο Ναός της Ιερουσαλήμ, στον οποίο υποτίθεται ότι κατοικούσε, σύμφωνα με την πίστη των Ιουδαίων, ο Θεός, ας σκεφτούμε πόσο πιο άγια και ιερή θα μπορούσε να θεωρείται η Θεοτόκος, η Οποία κράτησε πραγματικά στα πάναγνα σπλάχνα Της το σαρκωμένο Λόγο και τον έθρεψε από τα τίμια αίματά Της! Ο Ναός της Ιερουσαλήμ καταστράφηκε και αφανίστηκε από τους Ρωμαίους κατακτητές. Αντίθετα ο νοητός ναός του Θεού, η Παρθένος Μαρία, μένει στους αιώνες και απολαμβάνει ύψιστες τιμές από τους μυριάδες πιστούς όλων των εποχών.

Η είσοδος της Θεοτόκου στο Ναό της Ιερουσαλήμ θέλει να φανερώσει το ακατανόητο ύψος της αγνότητας και αγιότητάς Της. Μέσα στα απρόσιτα Άγια των Αγίων διαφυλάχτηκε η αγνότητά της και καλλιεργήθηκε η αγιότητά Της. Μόνο μέσα σε ένα τέτοιο ιερό χώρο μπορούσε να προφυλαχτεί η απαιτούμενη αγνότητά Της από την αφάνταστη αμαρτωλότητα του κόσμου. Μόνο η συνοίκηση με τους αγίους
αγγέλους θα μπορούσε να καλλιεργήσει την αγιότητά Της. Η ανθρώπινη ανομία είχε τέτοια δύναμη και ορμή ώστε αν η Παρθένος Μαρία βρισκόταν στον κόσμο δε γνωρίζουμε αν θα μπορούσε να διατηρήσει το ύψος της αγιότητας που χρειαζόταν να δεχτεί τον απόλυτα άγιο Θεό στα σπλάχνα Της.

Στο πρόσωπο της Θεοτόκου έχουμε υπέρβαση της πεπτωκυίας ανθρωπίνης φύσεως και αποκατάσταση της πρότερης προπτωτικής. Αυτή γεννήθηκε βεβαίως με την πτωτική φύση, ως κληρονόμος της αμαρτίας των πρωτοπλάστων γεναρχών μας. Όμως η θεία χάρις σταδιακά την εξύψωνε από τη νηπιακή Της ηλικία μέχρι τον Ευαγγελισμό Της, οπότε με την επισκίαση του Αγίου Πνεύματος, καθαρίστηκε απόλυτα από το προπατορικό αμάρτημα και πήρε την προπτωτική αδιάφθορη φύση. Μόνο έτσι απαλλαγμένη από το άχθος της πτωτικής φύσεως και τη φθορά της αμαρτωλότητας, μπορούσε να επιτελέσει την υπέρτατη αποστολή Της. Οι ευσεβείς διηγήσεις περί της θαυμαστής διαμονής Της στο Ναό εκφράζουν ακριβώς αυτή την πίστη της προοδευτικής καθάρσεώς Της.

Η ευλογημένη είσοδος της Παρθένου Μαρίας στο Ναό αποτελεί την απαρχή της πραγματοποιήσεως της προαιώνιας βουλής του Τριαδικού Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Στην υμνολογία της μεγάλης εορτής ψάλλουμε πως «Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις». Αποτελεί τη χαραυγή της λυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους από τη δουλεία της αμαρτίας Γι’ αυτό η Εκκλησία μας εορτάζει λαμπρά το γεγονός. Ως συνειδητοί πιστοί του Χριστού, είμαστε θερμοί και αέναοι τιμητές του ιερού προσώπου της Θεομήτορος, διότι η συμβολή Της στο έργο της σωτηρίας μας υπήρξε καθοριστικός. Με άκρατο ενθουσιασμό υμνούμε τη μεγάλη εορτή και γεραίρουμε τη Θεοτόκο, ψάλλοντας «εν ενί στόματι» μαζί με τον ιερό υμνογράφο της ημέρας «Χαίρε, της οικονομίας του Κτίστου η εκπλήρωσις»




ΠΗΓΗ

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ Του π. Νικηφόρου Νάσσου

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ.


Του π. Νικηφόρου Νάσσου

Στην Πατερική μας Γραμματεία διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, τα εξής εγκωμιαστικά λόγια,προς την Μητέρα του πάντων Δεσπότου, την Θεοτόκο Μαρία:

«Θεοτόκος γαρ υπάρχεις, η τον Λόγον εκ σού σαρκωθέντα τεκούσα· Θεοτόκος υπάρχεις, η τον Θεόν Λόγον εν μορφή δούλου κυήσασα· Θεοτόκος υπάρχεις, ότι Θεόν Λόγον δεξαμένη σαρκωθέντα έτεκες· Θεοτόκος υπάρχεις, η μόνη του μόνου Μονογενή Υιόν του Θεού γεννήσασα· ου πρόσκαιρον Θεόν γεννήσασα, αλλ ̓ αιώνιον, τον προ σού και πάντων Θεόν,εκ σού σαρκωθέντα»1 .

Η Υπεραγία Θεοτόκος χαρακτηρίζεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας μας ως «η αγίων αγιωτέρα, και ιερών ιερωτέρα, και οσίων οσιωτέρα»2 . Και όντως είναι έτσι,όπως πιστεύουμε όλοι οι Ορθόδοξοι, οι οποίοι προστρέχουμε ορμεμφύτως προς αυτήν,δοξολογητικώς και ικετευτικώς. Αυτή η ευλογημένη ύπαρξη, με την επί γης παρουσία της,
μετέτρεψε τη γη σε ουρανό, όπως ψάλλουμε στην υμνολογία, άδειασε τον Άδη από τους δεσμώτες, κατέστησε τους ανθρώπους πολίτες του ουρανού, συνένωσε τους επί γης με τους Αγγέλους, συνέβαλε ενεργητικά στη σωτηρία παντός του κόσμου, διά της Ενανθρωπήσεως– εξ αυτής – του Λόγου του Θεού. Αυτήν επέλεξε ο Θεός, ως «προεκλελεγμένην προ πασών των γενεών», ως πάγκαλο όντως και καθαρώτατον σκεύος εκλογής, προκειμένου να λάβει το κατά σάρκα, ανακτώντας «την πριν πεσούσαν εικόνα του Αδάμ» και πραγματοποιώντας την σωτηρία και θεώση του «βροτείου φυράματος».

Προσφυώς, ο εκ των σπουδαίων θεοτοκόφιλων Πατέρων και μεγάλων Θεολόγων, άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (+1349) αποκαλεί την Υπεραγία Θεοτόκο «μεθόριον μεταξύ κτιστής
και ακτίστου φύσεως»3 ! Προσφυώς επίσης, ο κορυφαίος των Κολλυβάδων και Διδάσκαλος της Εκκλησίας και του Γένους, Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (+1809), απευθυνόμενος με άπειρη ευλάβεια και μέθεξη ψυχής προς αυτήν γράφει τα ακόλουθα: «Ηράσθη του κάλλους
σου Χριστός Πανάμωμε, και την μήτραν σου κατώκησεν, όπως παθών εξ αμορφίας, το γένος των ανθρώπων λυτρώσηται, και κάλλος το αρχαίον δωρήσηται»4 . Ο δε Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως θα εκφραστε ανθρωποπρεπώς και θα πεί ότι έψαξε ο Θεός όλο τον
κόσμο και δεν βρήκε άλλη τόσο κατάλληλη και καθαρωτάτη γυναίκα ωσάν την Μαρία, για να την καταστήσει Μητέρα Του. «Ψηλαφήσας ο Ύψιστος όλον τον κόσμον και μη ευρών ομοίαν σου μητέρα...εκ σού της ηγιασμένης άνθρωπος διά φιλανθρωπίαν γενήσσεται»5 . Και αυτό διότι, η Παναγία «τη καθαρότητι θέλγει Θεόν εν αυτή οικήσαι»6 .

Οι Ορθόδοξοι τιμούμε την υπερευλογημένη Μητέρα του Κυρίου μας, «δι ̓ ης το εκπεσόν πλάσμα εις ουρανούς αναλαμβάνεται»7 , αλλά οφείλουμε να γνωρίζουμε πως την τιμούμε,γιατί την τιμούμε και ποια είναι η περί την Θεοτόκο Δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε μέσα από Συνόδους Οικουμενικές.

Η τιμή της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς την Υπεραγία Θεοτόκο είναι πολύ μεγάλη, αλλ ̓ όμως δεν είναι απόλυτη. Είναι τιμή σχετική εν αναφορά προς την λατρεία του Τριαδικού Θεού.Αυτό άλλωστε μας συνιστούν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. «Πέρα του δέοντος ου χρη τιμάν τους αγίους, αλλά τιμάν τον αυτών Δεσπότην», θα γράψει ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου
8 . Θα δούμε στη συνέχεια την πλάνη της απόλυτης τιμής της Θεοτόκου από πλευράς των παπικών με την επινοημένη θεωρία της Ασπίλου συλλήψεως.

ΑΣΠΙΛΗ ΣΥΛΛΗΨΗ

Στη Δύση, όπου υπάρχει το στοιχείο της η υπερβολής (ενώ, αντίθετα, στον Προτεσταντισμό υπάρχει η μείωση) τιμάται η Παναγία με μια απόλυτη τιμή, σύμφωνα με τα εξαγγελόμενα
δόγματα των παπικών, εκ των οποίων πρώτο είναι η «άσπιλη σύλληψη» της Θεοτόκου 9 . Η θεωρία αυτή έγινε δόγμα – όρος προς σωτηρίαν – στη Δύση το 1854. Σύμφωνα με το δόγμα αυτό, η Θεοτόκος Μαρία, από της πρώτης στιγμής της συλλήψεώς της διετηρήθη καθαρά από κάθε σπίλο της προπατορικής αμαρτίας. Καταρχήν, είναι απαραίτητο, πριν κάνουμε λόγο για το δόγμα αυτό των παπικών, να διευκρινήσουμε ότι υπάρχει διαφορά αντιλήψεως με τους δυτικούς ως προς το τι κληρονόμισε η ανθρωπότητα από τους γενάρχες μας, μετά την λεγομένη προπατορική αμαρτία, ή Πτώση όπως είναι ορθότερα να λέγεται.

Οι δυτικοί φρονούν ότι η ανθρωπότητα κληρονόμησε από τους προπάτορες Αδάμ και Εύα την ενοχή του προπατορικού αμαρτήματος. Οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε και κηρύττουμε ότι
η ανθρωπότητα κληρονομεί τις συνέπειες της Πτώσεως των πρωτοπλάστων, που είναι η φθορά και η θνητότητα που εισόρμησαν μέσα στο γένος των ανθρώπων, καθώς και η ροπή προς την αμαρτία. Κατά την Ορθόδοξη Θεολογία, λοιπόν, εμείς οι απόγονοι του πρώτου Αδάμ κληρονομούμε όχι την ενοχή, αλλά τις συνέπειες της προπατορικής Πτώσεως. Όλη η ανθρωπότητα υπόκειται σ ̓ αυτές τις συνέπειες, όπως γράφει ο Απόστολος των εθνών
Παύλος 10. Υπάρχει, μεταξύ άλλων, ένα καταπληκτικό κείμενο του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, το οποίο δείχνει ακριβώς αυτή την πραγματικότητα της φθοράς που υπέστη
η φύση μας ένεκα της Πτώσεως, αφού πρώτα εφθάρη η προαίρεση των προπατόρων,και χάθηκε απ ̓ αυτούς η κατάσταση της απαθείας. Ο Αγιος ομιλεί για δύο αμαρτίες, την διαβεβλημένη και την αδιάβλητη, που ήρθε ως απόρροια/συνέπεια της διαβεβλημένης. Η φθορά/έκπτωση της προαιρέσεως, έφερε την φθορά της φύσεως («μεταποίησις»), καθώς εισήλθε η θνητότητα στο ανθρώπινο γένος. «Φθαρείσα πρότερον του κατά φύσιν λόγου Αδάμ η προαίρεσις,την φύσιν εαυτή συνέφθειρε, αποθεμένη της απαθείας την χάριν και γέγονεν αμαρτία· πρώτη μεν και ευδιάβλητος, η προς την κακίαν από του αγαθού της προαιρέσεως έκπτωσις· Δευτέρα δε, διά την πρώτην, η της φύσεως εξ αφθαρσίας εις φθοράν αδιάβλητος μεταποίησις11» .

Επομένως, και η Μητέρα του Κυρίου δεν εξαιρείται από την κοινή μοίρα της ανθρωπότητος,αφού και αυτή γεννήθηκε με τρόπο φυσικό, και τούτο διότι οι συνέπειες της αμαρτία των
προπατόρων μεταδίδονται διά της φυσικής γεννήσεως στους ανθρώπους. Μόνη εξαίρεση αποτελεί ο Θεάνθρωπος Χριστός, ο Οποίος εγεννήθη με τρόπον υπερφυσικόν, και ως
αναμάρτητος δεν είχε, φυσικά, ανάγκη λυτρώσεως. Και θα συμπληρώσει ο άγιος Μάξιμος στο ανωτέρω κείμενο ότι, «ταύτην ούν, την διάλληλον φθοράν τε και αλλοίωσιν της φύσεως ο Κύριος ημών τε και Θεός διορθούμενος, ολόκληρον την φύσιν λαβών, είχε και αυτός εν τη
ληφθείσει φύσει το παθητόν, τη κατά προαίρεσιν αφθαρσία κοσμούμενον» 12 .

Η Θεοτόκος, τώρα, σύμφωνα με την Ορθόδοξη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας,εγεύθη πρώτη την απαλλαγή της από την προπατορική και από κάθε άλλη προσωπική
αμαρτία από τη στιγμή όπου συνέλαβε εκ Πνεύματος Αγίου τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό και εσώθη από την Χάριν του Θεού, η οποία Χάρις της έδωσε δύναμη δεκτική της θεότητος, όπως λέγουν οι Πατέρες, και γεννητική του Λόγου. Ο μεγάλος δογματολόγος της Εκκλησίας, άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει ακριβώς ότι «μετά ούν την συγκατάθεσιν της αγίας Παρθένου, Πνεύμα Άγιον επήλθεν επ ̓ αυτήν κατά τον του Κυρίου λόγον, ον είπεν ο άγγελος, καθαίρον αυτήν, και δύναμιν δεκτικήν της του Λόγου θεότητος παρέχον, άμα δε και γεννητικήν» 13 . Μόνο το θείο πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού έχει απόλυτη
αναμαρτησία. Η Παναγία Μητέρα του έχει σχετική αναμαρτησία, αφού και η Θεοτόκος Μαρία εσώθη με τη Χάρη του Θεού από την στιγμή της συλλήψεως του Κυρίου μέσα της.Αντίθετα, η δυτική θεολογία τοποθετεί την σωτηρία της Θεοτόκου στην δική της γέννηση και αρχή και όχι στην σύλληψη του Λυτρωτού Χριστού. Διδάσκουν μάλιστα οι παπικοί ότι η αναμαρτησία της Θεοτόκου δεν είναι φυσική, αλλά συνετελέσθη υπό του Θεού. Πότε όμως συνετελέσθη η λύτρωση και σωτηρία της Παναγίας; Πως εσώθη, ενώ δεν είχε αρχίσει το απολυτρωτικό έργο της σωτηρίας, αφού δεν είχε ακόμη σαρκωθεί ο Λόγος του Θεού; Μέχρι την ώρα του Ευαγγελισμού, η «προεκλελεγμένη» και υπερευλογημένη Μαρία βρίσκεται στον κόσμο της Παλαιάς Διαθήκης, όπως όλοι οι Δίκαιοι της περιόδου αυτής. Στον κόσμο της Καινής Διαθήκης ανήκει από τη στιγμή του Ευαγγελισμού, όπου σαρκούται εντός της ο Λόγος με το «γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» που είπε, αποκρινομένη στον Αρχάγγελο Γαβριήλ. Να σημειώσουμε παρεμπιπτόντως, ότι αυτό θα έλεγε οπωσδήποτε η Παναγία,διότι είχε φθάσει ήδη στη θέωση ενδιαιτωμένη μέσα στα Άγια των Αγίων, και ως εκ τούτου
είχε φυσικό θέλημα και όχι γνωμικό, ώστε να υπάρχει δυναντότητα αρνήσεως της κλήσεώς της, καθώς ισχυρίζονται κάποιοι λανθασμένα σήμερα. Πριν, λοιπόν, την ενανθρώπιση του Λόγου πως θα εσώζετο η Θεοτόκος, αφού ως πρόσωπο που θα συνεργούσε στο εν Χριστώ μυστήριον της σωτηρίας είχε μεν αιδίως προορισθεί, αλλά το μυστήριο δεν είχε ακόμη εν χρόνω πραγματοποιηθεί;

Η δυτική θεολογία, με τη θεωρία περί αφέσεως αμαρτίας και σωτηρίας της Θεοτόκου προ της ελέυσεως του «εξ αυτής τεχθέντος» Κυρίου Ιησού Χριστού, αποξενώνει την Θεοτόκο από την στενή σχέση με τον Σωτήρα Υιό της και υποτιμά το απολυτρωτικό,σωτηρώδες έργο του Ενανθρωπήσαντος Χριστού. Γενικά, η δυτική θεολογία, με την λεγομένη «μαριολογική θεολογία» και την αυτοτελή «Μαριολογία» και «Μαριολατρεία»που αναπτύχθηκε στο χώρο εκείνο, υπερτίμησε αυτόνομα την Θεοτόκο και την απέσπασε
από τον Κύριο, δηλαδή απέκοψε την Μητέρα από τον Υιό της! Ο παπισμός θεωρεί την Παναγία μεμονωμένα, αποσπασματικά και ανεξάρτητα από τη σχέση της με το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως του Κυρίου, υποβιβάζοντας το απολυτρωτικόν έργον της του κόσμου σωτηρίας. Αυτό σε αντίθεση με την Ορθόδοξη Θεολογία, κατά την οποία τιμάται η Υπεραγία Θεοτόκος εν αναφορά προς το Χριστολογικό δόγμα και την Εναθρώπιση του Λόγου, στην οποία συνήργησε ως «υπουργός του τόκου» (άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας) με την κατά μέθεξιν Θεού Αγιότητά της και την θετική απάντηση προς την κλήση της. Πρέπει, λοιπόν,να είναι σε όλους γνωστό ότι όλο το μυστήριο της Υπεραγίας Θεοτόκου συνοψίζεται στο μυστήριο του Χριστού και με αυτό εξηγείται. Η Θεοτόκος συνδέεται φυσικώς με τον Ιησού Χριστό, ως Μητέρα του και δογματικώς για την Εκκλησία και την ορθόδοξη σωτηριολογία.Δεν είναι θεά η Υπεραγία Θεοτόκος! Είναι «η πρώτη θεωθείσα ανθρωπίνη υπόστασις
παραλλήλως της ενσαρκωνθείσης θείας υποστάσεως του Χριστού»14 , η πρώτη από το ανθρωπινο γένος που κοινώνησε με τον ένσαρκο Λόγο 15, αλλά δεν είναι θεά. «Μόνον μη ποιείτω την Παρθένον θεάν», διακηρύττει ο υπέρμαχος της Θεοτόκου άγιος Κύριλλος 16.Η Θεοτόκος Μαρία, σε καμία περίπτωση δεν τοποθετείται στο επίπεδο του ακτίστου Θεού.Ναί, μεν, έφθασε στην κατά Χάριν θέωση μέσα στα Άγια των Αγίων, βιώνοντας τον Ορθόδοξο Ησυχασμό και γενομένη θεωρητική διδάσκαλος αυτού, όπως γράφει στις περίφημες Ομιλίες του στα Εισόδεια της Θεοτόκου ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αλλ ̓ όμως δεν είναι θεά/ισόθεος, όπως φρονούν οι παπικοί. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε στον όρο «Θεοτόκος»,ο οποίος εισάγει άμεσα στην καρδιά του χριστολογικού δόγματος και θα πούμε, κάπως συνοπτικώς, τα ακόλουθα.

ΘΕΟΤΟΚΟΣ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Όλοι γνωρίζουμε ότι η Παναγία είναι Θεοτόκος και όχι Χριστοτόκος, όπως κήρυττε ο αιρεσιάρχης Νεστόριος. Στον όρο «Θεοτόκος» συμπεριλαμβάνεται το πραγματικόν της Θείας Ενανθρωπήσεως του Λόγου, της κατά σάρκα γεννήσεως του Θεού από την Παρθένο και της υποστατικής ενώσεως των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Λόγου. Ο όρος
«Θεοτόκος» συνοψίζει άριστα την ενότητα του προσώπου του Κυρίου Ιησού Χριστού.Το όνομα «Θεοτόκος», κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, «άπαν το μυστήριον της
οικονομίας (Ενανθρωπήσεως) συνήστησι» 17 . Βεβαίως, τον όρο «Θεοτόκος» συναντούμε πριν την Γ ́ Οικουμενική Σύνοοδο, σε έργα θεολόγων και εκκλησαστικών συγγραφέων, όπως λ.χ. του Ωριγένη τον Γ ́ αιώνα, όπως και του μαθητού του Γρηγορίου του Θαυματουργού. Ο Ωριγένης γράφει: «Την ήδη μεμνηστευμένην γυναίκα καλεί. Ούτω και επί του Ιωσήφ και της Θεοτόκου ελέχθη»18 . Και ο Γρηγόριος ο Θαυματουργός σημειώνει: «Θεοτόκον γαρ ποιήσας με πάλιν παρθένον διεφύλαξεν και διά της εμής γαστρός πασών γενεών ανακεφαλαιούται το πλήρωμα» 19 .

Στη συνέχεια, ο όρος «Θεοτόκος» εμφανίζεται τον 4ο αιώνα και συγκεκριμένα σε κείμενα Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων, όπως του Αλεξάνδρου Αλεξανδρείας, του
Μ. Αθανασίου, των Καππαδοκών Πατέρων κ.α. Να σημειωθεί ότι και από αιρετικούς χρησιμοποιήθηκε ο όρος «Θεοτόκος», όπως λ.χ. από τον Άρειο και τον Απολινάριο, αλλά η ορθόδοξη χρήση του όρου βρίσκεται στους Καππαδόκες, Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο,Γρηγόριο Νύσσης. Ιδιαίτερο λόγο, όμως, περί του όρου «Θεοτόκος» και την θεολογική σημασία και σπουδαιότητα που ενέχει, κάνει εκείνος ο Πατήρ ο οποίος κατεξοχήν ηγωνίσθη για την επικράτηση του όρου αυτού στην Εκκλησία και είναι ο πρόεδρος της Γ ́ Οικουμενικής Συνόδου (431 μ.Χ.), άγιος Κύριλλος, Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, η «σφραγίς του Πνεύματος», όπως έχει αποκληθεί 20. Το 428 μ.Χ. ξέσπασε το λεγόμενο «οικουμενικόν σκάνδαλον» με την άρνηση του όρου «Θεοτόκος» από τον Νεστόριο, και τότε ο μεγάλος Πατήρ και Διδάσκαλος, Κύριλλος, απεδύθη σε αγώνες θεολογικούς, αφού κατέδειξε θεολογικά και την ενότητα των δύο ασυγχύτων φύσεων και το ενιαίο πρόσωπο του Χριστού 21 . Η Παναγία γέννησε Θεόν και όχι «ψιλόν» (=σκέτον) άνθρωπον. Γι ̓ αυτό ονομάζεται Θεοτόκος και όχι Χριστοτόκος, όπως την αποκαλούσε ο Νεστόριος. Βεβαίως, ο
όρος «Χριστοτόκος» χρησιμοποιήθηκε και από Πατέρες και από τον άγιο Κύριλλο, αλλά με ορθόδοξη ερμηνεία, ότι δηλαδή η Θεοτόκος γέννησε τον Ιησού Χριστό. Η Εκκλησία όμως,τελικά καθιέρωσε τον όρο «Θεοτόκος», για να αντιπαρατεθεί στη Νεστοριανή κακοδοξία,που ουσιαστικά κατέλυε το χριστολογικό μυστήριο.

ΠΑΡΘΕΝΟΣ, ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΣ

Η Θεοτόκος λέγεται και είναι Παρθένος και Αειπάρθενος. Και αυτό είναι δόγμα της Εκκλησίας μας, περί την Θεοτόκο, η οποία είναι «προ τόκου Παρθένος, εν τόκω Παρθένος και μετά τόκον Παρθένος», όπως διδάσκει η ορθόδοξη Θεολογία και όπως ακούμε στην Υμνογραφία. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει ότι ο Υιός της Παρθένου, ο Κύριός μας
Ιησούς Χριστός, «ώσπερ συλληφθείς παρθένον την συλλαβούσαν ετήρησε, ούτω και τεχθείς,την αυτής παρθενίαν εφύλαξεν άτρωτον, μόνος διελθών δι ̓ αυτής, και κεκλεισμένην τηρήσας αυτήν»22 . Ορθά και επακριβώς διατυπώνει το δόγμα της αειπαρθενίας της Θεοτόκου ο
καθηγητής Ιω. Καρμίρης, υπογραμμίζοντας τις τρεις προθέσεις «προ», «εν» και μετά», οι οποίες δηλώνουν το μυστήριο της αειπαρθενίας της Παναγίας μας. «Η Θεοτόκος είναι αειπάρθενος και αείπαις, τ.ε. παρθένος προ, εν και μετά τόκον αφθόρως και αφράστως και ανερμηνεύτως τον Χριστόν γεννήσασα»23 . Ναί, είναι όντως θαύμα, είναι υπέρλογο, είναι μυστήριο και δεν ερμηνεύεται με την ανθρώπινη λογική!

Υπάρχει στην Υμνογραφία ένα θεολογικώτατο μελώδημα, λεγόμενο «Κάθισμα», ποίημα Ιωάννου του Δαμασκηνού, το οποίο παρουσιάζει αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα της
Παρθενίας και Αειπαρθενίας της Θεοτόκου. Ο Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης διηγείται ότι του συνιστούσε ένας πνευματικός του διδάσκαλος, ο ιερομόναχος Αθανάσιος ο Ιβηρίτης, να μην λησμονεί ποτέ να λέγει αυτό το «Δεκαπάρθενον άσμα», προκειμένου να ευχαριστήσει
την Υπεραγία Θεοτόκο, και να λαμβάνει την αρωγή και μεσιτεία της. «Παρθένος αληθώς, προ του τόκου Παρθένε, Παρθένος αληθώς εν τω τόκω Παρθένε, Παρθένος αειπάρθενος, μετά τόκον διέμεινας, και Παρθένον σε
ομολογούμεν Παρθένε, και ελπίζομεν εν σοι Παρθένε σωθήναι, Παρθένων το καύχημα» 24.

«ΠΡΟΕΚΛΕΛΕΓΜΕΝΗ». ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ, ΠΡΟΓΝΩΣΙΣ ΘΕΟΥ

Αναφορικά με την εκλογή «προ πασών των γενεών» της Θεοτόκου Μαρίας και το ζήτημα του προορισμού, το οποίο τίθεται, θα πρέπει να εξετάσουμε πως ερμηνεύεται αυτός ο
προορισμός και η εκλογή της Θεοτόκου από μέρους του Θεού, πως, έπειτα, νοείται ο προορισμός όλων των ανθρώπων στη σωτηρία ή την απώλεια. Άράγε ο Θεός εκλέγει επιλεκτικά, και άλλους εκ των ανθρώπων προορίζει να σωθούν και να μετάσχουν των αιωνίων και αφθάρτων αγαθών Του στη Βασιλεία Του και άλλους προορίζει για την απώλεια και την αιώνια Κόλαση; Κάνει, λοιπόν, διακρίσεις ο Δικαιότατος Θεός;

Το ζήτημα αυτό είναι βαθύ και θεολογικό. Ο Απόστολος Παύλος σε μία επιστολή του λέει ότι ο Θεός, «ούς προέγνω και προώρησε...ούς δε προώρησε,τούτους και εκάλεσε∙ ούς εκάλεσε τούτους και εδικαίωσεν∙ ούς δε εδικαίωσε, τούτους και εδόξασε»25. Οι προωρισθέντες και κληθέντες υπό του Θεού, κατά το ανωτέρω χωρίο, είναι «κατά πρόθεσιν κλητοί», είναι δηλαδή κλητοί και προορισμένοι λόγω της δικής τους προαιρέσεως την οποία γνωρίζει ο παντέφορος Οφθαλμός! Ο προορισμός στηρίζεται πάντοτε στην πρόγνωση του Θεού, χωρίς να καταργείται η ελευθερία του ανθρώπου. Ο Θεός προορίζει, επειδή προγνωρίζει. Οι άνθρωποι «προωρίσμεθα κατά πρόγνωσιν» 26.

Γι ̓ αυτό και τονίζει ένας ερμηνευτής, ο Θεοδώρητος, όπως και άλλοι πολλοί, ότι ο Θεός «ουχ απλώς προώρισεν, αλλά προγνούς προώρισεν». Και αυτό σημαίνει ότι «προγινώσκει τους αξίους της κλήσεως, είθ ̓ ούτως προορίζει», όπως λέγει άλλος ερμηνευτής, ο Θεοφύλακτος, διότι «προτέρα η πρόγνωσις, είτα ο προορισμός». Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, θα τονίσει ότι ο Κύριός μας «τους διαφόρους περί ημάς της Προνοίας τρόπους τοις ημίν εγνωσμένοις πάθεσι διαπλάττει»27. Υπάρχει στην Πατρολογία ένας ωραίος διάλογος,σχετικά με την πρόγνωση, τον προορισμο και το ανθρώπινο αυτεξούσιο. Κάποτε, ρώτησε τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή ένας επίσκοπος, ονόματι Θεοδόσιος: πως είσαι πάτερ;Και ο Άγιος απάντησε, «όπως πρόρισε ο Θεός προ πάντων των αιώνων την πρόνοιά του για
μένα, έτσι είμαι». Ο επίσκοπος απόρησε: «τι, λοιπόν, για τον καθένα από μας έχει προορίσει ο Θεός πριν από τους αιώνες»; Και ο σοφώτατος θεολόγος απάντησε: «σύμφωνα με όσα προγνωρίζει ο Θεός, έχει προορίσει». Πάλι ερωτά απορούμενος ο Θεοδόσιος: «Και τι είναι το <προγνώρισε και προόρισε>»; Και ο Ομολογητής

Πατήρ ενημερώνει: Η πρόγνωση έχει να κάνει με το αυτεξούσιό μας, βάσει του οποίου εκδηλώνονται οι σκέψεις μας, τα λόγια μας και τα έργα μας. Ο προορισμός έχει να κάνει με αυτά που μας συμβαίνουν στη ζωή αυτή και τα οποία δεν εξαρτώνται από μας. Ο θεοφόρος Μάξιμος, λοιπόν, εδώ ομιλεί για τα «εφ ̓ ημίν» και για τα «ουκ εφ ̓ ημίν», δηλαδή για όσα εξαρτώνται από μας, από τη δική μας προαίρεση, και για όσα δεν εξαρτώνται από μας. «Η πρόγνωσις, των εφ ̓ ημίν εννοιών και λόγων έργων εστίν· ο προορισμός δε, των ουκ εφ ̓ ημίν συμβαινόντων εστί» 28.

Αργότερα, τον όγδοο αιώνα ο πατήρ της Δογματικής της Εκκλησίας, άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, θα γράψει ότι ο Θεός «πάντα μεν προγινώσκει, ου πάντα δε προορίζει∙
προγινώσκει γαρ και τα εφ ̓ ημίν, ου προορίζει δε αυτά»29. Γνωρίζει ο Θεός αυτά τα οποία θα διαπράξουμε κατά τη χρήση του αυτεξουσίου μας, αλλά δεν τα εμποδίζει. Δεν θέλει να γίνεται η αμαρτία, αλλά και δεν εξαναγκάζει την αρετή. «Ου γαρ θέλει την κακίαν γενέσθαι,ουδέ βιάζεται την αρετήν»30.

Ο προορισμός, λοιπόν, δεν νοείται χωρίς τη λειτουργία του αυτεξουσίου του ανθρώπου, το οποίο έλαβε από τον Θεό ευθύς αμέσως από της δημιουργίας του. Πάντοτε ο προορισμός συνδέεται με το αυτεξούσιο, το οποίο ποτέ δεν παραβιάζει ο Δημιουργός! Ο Ιούδας λ.χ. με τη θέλησή του έγινε προδότης του Χριστού, λόγω κακής χρήσεως του αυτεξουσίου του,λόγω της κακής του προαιρέσως∙ δεν αναγκάστηκε από κάποιον, ούτε τον προόρισε ο Θεός
για την απώλεια, αλλά βεβαίως το προγνώριζε ο Θεός. «Ουκ επεί προώρισται παρέδωκεν,αλλ ̓ επεί παρέδωκε προώρισται», σημειώνει ο ιερός Χρυσόστομος. Η πρόγνωση του Θεού,δεν είναι προσδιοριστική της πορείας του ανθρώπου και της εξέλιξής του, ούτε βουλητικά δεσμευτική, όπως δεν είναι προσδιοριστική και δεσμευτική η πρόγνωση του γιατρού για την καλή ή άσχημη εξέλιξη της καταστάσεως του ασθενούς.

Ο καθηγητής Α. Θεοδώρου, συσχετίζοντας τον προορισμό προς το θέμα της συνεργίας της χάριτος με την ανθρώπινη ελευθερία, δίνει μία πολύ καλή θεολογική ερμηνεία και διασάφηση, την οποία παραθέτουμε: «Η ορθόδοξος θεολογία εξήρεν ανέκαθε την σχετικήν του ανθρώπου ελευθερίαν, σύμμορφον ούσαν προς τας ανθρωπολογικάς αυτής αρχάς, και τον επί της διδασκαλίας ταύτης ερειδόμενον σχετικόν προορισμόν. Καθ ̓ όσον δηλαδή ο Θεός απ ̓ αιώνος προβλέπει την εξέλιξιν του ηθικού βίου των ανθρώπων, εύδηλον, ότι απ ̓αιώνος ώρισε τους μεν εις σωτηρίαν, τους δε εις απώλειαν»31.

Ο καθένας, λοιπόν, προορίζεται, ανάλογα με τη χρήση του αυτεξουσίου του, ή προς σωτηρία,ή προς την απώλεια, χωρίς να επεμβαίνει στη θέλησή του ο Θεός, ο Οποίος απλώς γνωρίζει ως Παντογνώστης και Παντέλειος τα πάντα «προ γεννέσεως αυτών».

Θεολογικά τοποθετεί τα πράγματα περί του προορισμού και ένας αρχαίος Απολογητής της Εκκλησίας μας και μάρτυς, ο Άγιος Ιουστίνος, σε κάποιο πολύ σπουδαίο κείμενό του:
«Μαθόντες από τους προφήτας, διακηρύσσομεν ως αληθές ότι αι τιμωρίαι, αι κολάσεις,αι αγαθαί αμοιβαί αποδίδονται εις έκαστον κατ ̓ αξίαν των πράξεων του, επειδή, αν δεν συμβαίνει τούτο, αλλ ̓ όσα γίνονται κατά την ειμαρμένην, δεν υπάρχει καμμία αυτεξουσιότης εις ημάς διότι εάν είναι προωρισμένον ούτος να είναι αγαθός και εκείνος φαύλος, ούτε ούτος είναι αποδεκτός ούτε εκείνος αξιόμεμπτος. Και πάλιν, εάν το ανθρώπινον γένος δεν έχει δύναμιν να αποφεύγει τα αισχρά και να προτιμά τα καλά με ελευθέραν προαίρεσιν,είναι ανεύθυνον δι ̓ οποιεσδήποτε πράξεις. Αλλ ̓ ότι και επιτυγχάνει και αποτυγχάνει με ελευθέραν προαίρεσιν, το αποδεικνύομεν ούτως. Βλέπομεν τον ίδιον άνθρωπον να επιδιώκει τα εναντία. Εάν δε είναι προωρισμένον να είναι ή φαύλος ή σπουδαίος, δεν θα ήτο ποτέ δεκτικός των εναντίον και δεν θα μετέβαλε γνώμιν συχνάκις, ούτε θα ήσαν άλλοι μεν
σπουδαίοι, άλλοι δε φαύλοι, επειδή θα διεκηρύσσομεν την ειμαρμένην ως αιτίαν φαύλων και ως πράττουσαν τα αντίθετα εις εαυτήν, ή εκείνο το προειρημένον θα εφαίνετο να είναι αληθές, ότι τίποτε δεν είναι αρετή ουδέ κακία, αλλά νομίζονται αγαθά μόνον με την γνώμην, πράγμα το οποίον, όπως δεικνύει ο αληθής λόγος, είναι ασέβεια και αδικία. Αλλά
θεωρούμεν ως απαραβίαστον ειμαρμένην, τας αξίας ανταμοιβάς διά τους εκλέγοντας τα καλά, και τας αξίας τιμωρίας διά τους εκλέγοντας τα αντίθετα. Διότι ο Θεός δεν έπλασε τον άνθρωπον, όπως τα άλλα ζώα τα οποία δεν δύνανται να πράξουν τίποτε κατά προαίρεσιν διότι δεν θα ήτο άξιος αμοιβής ή επαίνου, εφ ̓ όσον δεν θα εξέλεγε μόνος του το αγαθόν, αλλ ̓έγινεν αγαθός, ούτε, εάν ήτο κακός, θα εύρισκε δικαίως τιμωρίαν, αφού δεν ήτο αφ ̓ εαυτού τοιούτος, αλλά δεν ηδύνατο να είναι τίποτε άλλο από ότι έγινεν32».

Αυτή την ορθόδοξη περί προορισμού διδασκαλία, τη συναντούμε και μέσα στην υμνολογία της Εκκλησίας μας, όπου φαίνεται ότι ο Θεός προορίζει τους Αγίους στην κατά χάριν θέωση και ομοίωση μαζί Του, σύμφωνα με τη δική τους προαίρεση, την οποία Εκείνος γνωρίζει,όχι απλώς πριν από τη γέννησή τους, αλλά από καταβολής κόσμου. Στον εσπερινό λ.χ. της εορτής του Προφήτου Ιερεμίου (Μηναίο Μαίου, α ́) αναφέρονται τα εξής: «Κύριε, συ προ του
πλασθήναι προέγνως Ιερεμίαν τον ένδοξον, και προ του το τεχθήναι εκ μήτρας, υποφήτην καθηγίασας, ως προειδώς αληθώς, της γνώμης το ελεύθερον». Ανάλογες φράσεις υπάρχουν και στην ακολουθία του Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου και σε άλλους Αγίους. Αυτά φρονεί περί του προορισμού η Ορθόδοξη, Ανατολική Εκκλησία του Χριστού.

Αντίθετα, στη Δύση, ισχύει ο λεγόμενος «απόλυτος προορισμός», που δογματοποιήθηκε ως διδασκαλία και εκφράστηκε από τους Παπικούς θεολόγους (Θωμά Ακινάτη κ.α.) και από τους Προτεστάντες Λούθηρο και Καλβίνο. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, κάποιοι εκ ταών ανθρώπων είναι προορισμένοι για την αιώνια ζωή και κάποιοι άλλοι για την απώλεια, κατά την κρίση του Θεού, ανεξάρτητα από τη δική τους αξία ή απαξία. Ο απόλυτος προορισμός,δέχεται πως η ανθρώπινη ελευθερία είναι προορισμένη να επιτελέσει το αγαθό και όπως ο σκηνοθέτης ρυθμίζει την πορεία ενός έργου και την εκτελούν ελεύθερα τα πρόσωπα που μετέχουν σ ̓ αυτό, έτσι και ο Θεός, αφού προόρισε τους μεν για τη σωτηρία και τους δε για την απώλεια, έβαλε στην ιστορία, στο θέατρο της δόξης του Θεού, τον καθένα να παίξει το ρόλο του. Απουσιάζει βεβαίως η άσκηση κατά των πειρασμών, ο δε Διάβολος θεωρείται τιμωρό όργανο του Θεού, αφού ο άνθρωπος προσέβαλε τη δικαιική τάξη του Θεού. Με την θεωρία του Ανσέλμου «περί ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης», ο απόλυτος προορισμός των δυτικών βρήκε την πιο καλή βάση και τεκμηρίωση. Με την ικανοποίηση
δηλαδή έληξε το δράμα της σωτηρίας. Όλη η υπόθεση τακτοποιήθηκε από το άπειρο θύμα που «πλήρωσε» τον Θεό Πατέρα και εντεύθεν οι άνθρωποι κατά προορισμό μπορούν να μετέχουν στη Βασιλεία του Θεού. Όπως κατανοούμε, αυτά είναι πλάνες και κακοδοξίες τις οποίες η Ορθόδοξη Εκκλησία απορρίπτει διαρρήδην.

Η Θεοτόκος, λοιπόν, υπήρξε προορισμένη κατά την δική της προαίρεση. Και επετέλεσε το μεγάλο έργο για το οποίο επροορίσθη. Έγινε Μήτηρ του πάντων Θεού φυσική και Μητέρα πνευματική πάντων των Χριστιανών.

Δικαίως, λοιπόν, όλοι οι Ορθόδοξοι την τιμούμε. Δικαίως «ομολογούμε την χάριν,κηρύσσομεν την ευεργεσίαν» και με υιική αγάπη απευθυνόμαστε προς αυτήν, γνωρίζοντας
ότι η στάση μας και ο βαθμός αγάπης, τιμής και ευχαριστίας προς την Παναγία, δίδουν το μέτρο της Ορθοδοξίας και πνευματικότητός μας.

Θα κλείσουμε με τα λόγια του βαθυνούστατου θεοτοκόφιλου Πατρός, αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου προς την Υπεραγία Θεοτόκο: «Εσένα Θεοτόκε οι των θείων Γραφών έμπειροι,
αποκαλούσιν ακροστιχίδα πάντων των Προφητών· πίνακα των δύο διαθηκών· υπόθεσιν των Αποστόλων· ύλην των Πατέρων και Διδασκάλων· στερέωμα των Μαρτύρων· παρηγορίαν των Οσίων· της νοεράς Προσευχής διδάσκαλον, της ταπεινώσεως εισηγήτριαν, της αγάπης της διπλής παράδειγμα έμψυχον, ίνδαλμα παρόμοιον της αρχικής ωραιότητος· θαύμα των Αγγέλων, άγαλμα της φύσεως... Θεού μίμημα, φανέρωσιν των της θείας ακαταληψίας βυθών·
εργαστήριον της ενώσεως συνελθουσών επι Χριστού φύσεων· και διά να ειπώ το τελευταίον και έσχατον, εσένα Θεοτόκε οι θεολόγοι ονομάζουσι Μεθόριον Κτίστου και κτίσεως,τιμιωτέραν ταών Χερουβίμ, ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, θεόν μετά Θεόν, και της αγίας Τριάδος τα δευτερεπια έχουσαν»33 .

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2016


1 Ἐγκώμιον εἰς τήν Ἁγίαν Θεοτόκον, Ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου, MPG. 43, 493 A/B.

2Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Λόγος Β ́, MPG. 96, 729 Α.

3ΕΠΕ, 11, 308.

4Ὄρθρος Ἑορτῆς Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, Κανόνας, Θ ́ Ὠδή.

5 Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Εἰς τόν Εὐαγγελισμόν τῆς Θεοτόκου, MPG. 98, 329 C.

6Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Εἰς τήν εἴσοδον τῆς Θεοτόκου, MPG. 301 A.

7Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ὁμιλία 4, MPG. 77, 992 C.

8Ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου, Κατά αἱρέσεων, MPG. 42, 737 Α.

9Τό δόγμα περί τῆς ἀσπίλου συλλήψεως ἐξήγγειλε ὁ Πάπας Πῖος ὁ Θ ́ τόν Δεκέμβριο τοῦ 1854, μέ τή Βούλλα «Ineffabilis Deus». Βλ. Μ. Φαράντου, Ἡ θέσις και ἡ σημασία τῆς Θεοτόκου εἰς τήν πίστιν καί εἰς τήν ζωήν, Δογματικά καί ἠθικά Ι, Ἀθῆνα 1983, σελ. 268.

10Ρω. 5, 12 καί ἑξ.

11 MPG. 90, 405 CD.

12 ὅπου π. MPG. 90, 405 CD.

13 Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, MPG. 94, 985 B.

14 Βλ. Λόσκι, Κατ ̓ εἰκόνα καί καθ ̓ ὁμοίωσιν, σελ. 201, Χρ. Σταμούλη, Θεοτόκος καί ὀρθόδοξο δόγμα, σελ. 52.

15 ὅπου π.

16 Κατά Νεστορίου, MPG. 76, 57 ΑΒ.

17 Ἔκδοσις, 3, 12, MPG. 94, 1029 C.

18MPG. 12, 813 C. Βλ. Χρυσοστόμου Σταμούλη, Θεοτόκος καί ὀρθόδοξο δόγμα, ἐκδ. «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 153.

19 Λόγος εἰς τόν Εὐαγγελισμόν τῆς Παναγἰας Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου τῆς Μαρίας, MPG.

10, 1168 A-1169 C, ὄπου π. Χρ. Σταμούλη, Θεοτόκος καί ὀρθόδοξο δόγμα, σελ. 153.

20Ὁ ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Σιναΐτης ἀποκαλεῖ τόν Κύριλλο «σφραγίδα τῶν Πατέρων». Βλ. Π.Χρήστου, Ἐκκλησιαστική Γραμματολογία, Β ́, σελ. 233.

21 Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Γ ́, σελ. 470.

22Ἔκδοσις...MPG. 1160 AB.

23Ἰω. Καρμίρη, Σύνοψις τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας,Αθῆναι 1957, σελ. 50.

24Βλ. Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, ἱερομόναχος Ἀθανάσιος Ἰβηρίτης, ὁ θερμός λάτρης τῆς Πορταΐτισσας (1885-1973), ἐκδ. Σπηλιώτη, χ.χ., σελ. 43.

25 Ρωμ. 8, 28-30.

26Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, MPG.70, 832 C.

27 ΜPG. 90, 269 D.

28 MPG. 90, 137 B.

29Βλ. Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἐκδ. Πουρναρᾶ, σελ. 202.

30 ὅπου π.

31Βλ. Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας, Α ́’εκδ. σελ. 85, Β ́εκδ. σελ. 119.

32 Ἰουστῖνος, Ἀπολογία Α ́, 43:1.

33 Πρβλ. Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Μαρία ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἐκδ. Ὁ Ἄθωνας, Ἅγιον

Ὄρος 1988, σελ. 274-275.

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ-ΓΕΝΕΣΙΟ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Κυριακή πρό τῆς Ὑ­ψώ­­­­σεως τοῦ τιμίου Σταυ­ροῦ σήμερα, ἀ­δελ­φοί μου, καί ἡ ἡμέρα συμπίπτει μέ τήν ἑορτή τοῦ Γενεσίου τῆς ὑπε­ρα­γίας Θεοτόκου. Καί, παρά τό γεγονός ὅτι οἱ δύο ἑορτές δέν συνδέ­ον­ται μέ κάποιο ἐμ­φα­νῆ τρόπο, ὑπάρχει ἕνας ἀόρατος σύνδε­σμος με­ταξύ τους, ὑπάρχει ἕνας σύνδεσμος μεταξύ τῆς Κόρης πού γεννιέται σή­μερα καί πρόκειται νά γίνει Μη­τέρα τοῦ Θεοῦ, καί τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τόν ὁποῖο σέ λί­γες ἡμέρες θά δοῦ­με ἐπί τοῦ Σταυ­ροῦ του ὑψούμενο καί πάλι γιά τή δική μας σωτη­ρία.

Ὁ ἀόρατος αὐτός σύν­δεσμος δέν εἶναι ἄλλος, ἀδελφοί μου, ἀπό τήν ταπείνωση. «Ἐκένωσεν ἑαυτόν μορφήν δούλου λαβών» ὁ Χριστός. Τα­πεινώθηκε, ἀπεκδυό­με­νος τήν αἴγλη τῆς Θεό­τητος, γιά νά γεννηθεῖ ἀπό τήν Παναγία Παρ­θένο, στό πρόσωπο τῆς ὁποίας ἑνώθηκαν μέ θαυμαστό καί μοναδικό τρόπο ἡ παρθενία μέ τή μητρότητα.

Ταπεινώθηκε ὁ Χρι­στός ἀκόμη περισσό­τε­ρο ἀνεβαίνοντας ἐπά­νω στόν Σταυρό, γιά ἑλ­κύ­σει πάντας πρός ἑ­αυ­τόν, γιά νά φέρει ὅ­λους τούς ἀπομακρυ­σμέ­νους ἀπό τόν Θεό ἀνθρώ­πους κοντά του καί νά τούς ὑψώσει ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό.

Καρπός ταπεινώσεως ἦταν ὅμως καί ἡ Πανα­γία μας, ὡς γόνος τοῦ Ἰωακείμ καί τῆς Ἄννας πού γιά πολλά χρόνια ὑπέμεναν τήν αἰσχύνη τῆς ἀτεκνίας, ἀλλά οὔ­τε ἀγανακτοῦσαν οὔτε ἀπελπιζόταν, παρά μό­νο παρακαλοῦσαν διαρ­κῶς τόν Θεό νά τούς χαρίσει «καρπόν κοιλί­ας».

Αποτέλεσμα εικόνας για γενεσιον τησ υπεραγιασ θεοτοκου

Γι᾽ αὐτό καί καθ᾽ ὅλη τήν ἐπίγεια ζωή της ὑπῆρξε ἡ Παναγία ἐξαι­ρετικά ταπεινή. Ὄχι μό­νο πρίν νά δεχθεῖ τό μήνυμα τοῦ ἀρχαγγέ­λου Γαβριήλ, τό ὁποῖο ἀποδέχθηκε χωρίς κἄν νά σκεφθεῖ ἤ νά ζητή­σει διευκρινίσεις, γεγο­νός πού ἀποδεικνύει τό ταπεινό φρόνημά της ἀλλά καί ὡς Μητέρα τοῦ Χριστοῦ.

Ἔζησε πάν­­τοτε ταπει­νά καί δια­κριτικά, πα­ρότι γνώ­ριζε ποιά ἦταν καί πόσο μεγάλη ἦταν ἡ τιμή πού ἀπολάμβανε ἀλλά καί ἡ παρρησία πού εἶχε ἐνώπιον τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της. Ἔ­ζη­σε ταπεινά καί δια­κρι­τικά, γιατί γνώριζε ὅτι «ὁ Θεός ὑπερηφά­νοις ἀντιτάσσεται, τα­πει­νοῖς δέ δίδωσι χά­ριν». Ἔζησε ταπεινά καί διακριτικά, ὅπως ἔζησε καί ὁ Υἱός της. Ἔζησε ταπεινά καί δια­κριτικά, γιατί ἔτσι ζοῦν ὅσοι θέλουν νά εἶναι γνήσια τέκνα τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι, ἀδελφοί μου, ἡ Ἐκκλησία μας μέ τή σημε­ρι­νή ἑορτή μᾶς δίνει δι­πλό τό παρά­δειγ­μα τῆς ταπεινώ­σεως καί μᾶς καλεῖ νά τό ἀκολου­θή­σουμε, ἀ­κο­λουθῶντας τά βή­μα­τα τῆς Πανα­γί­ας μας. Νά τό ἀκολου­θή­σουμε, γιά νά μπο­ρέ­σουμε καί ἐ­μεῖς νά ὑψω­θοῦμε μα­ζί μέ τόν Χριστό πού ὑψώ­θηκε ἐπί τοῦ Σταυ­ροῦ γιά χά­ρη μας.

Γιατί ἄν ὁ ἴδιος ὁ Θεός ταπεινώθηκε γιά χάρη μας καί ἔζησε τήν ἐπί­γεια ζωή του σάν ἕνας ἁπλός καί ταπει­νός ἄν­θρω­πος, πού ὡς βρέφος δέν εἶχε «ποῦ τήν κε­φα­λήν κλῖναι», πού ὡς παιδί ἐργαζόταν στό ἐρ­γα­στήριο τοῦ δικαίου Ἰω­σήφ, ἀλλά καί πού κατά τόν δημόσιο βίο του δέν ἔπαυσε ποτέ νά εὐερ­γετεῖ τούς ἀνθρώ­πους χωρίς νά περιμέ­νει τήν παραμικρή ἀνα­γνώριση ἤ ἀνταπόδοση, καί ἔφθα­σε νά θυσιάσει καί τή ζωή του γιά τή σω­τη­ρία μας, δέν ὑπάρ­χει, ἀδελφοί μου, ἄλλος δρόμος γιά ὅλους ἐμᾶς πού πιστεύουμε στόν Χρι­στό, ἀπό τόν δρόμο τῆς ταπεινώσεως, τόν δρόμο πού ἀκολούθησε καί ἡ Παναγία μας καί εἵλκυσε τή χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ὁποῖος «ἐπέ­βλε­ψε ἐπί τήν ταπεί­νω­σίν» της.

Ἀδελφοί μου, στήν ἐποχή μας, ἐποχή προ­βολῆς καί διαφημί­σε­ως, ἐποχή ἐπιδείξεως καί ἐπάρσεως, ἡ ταπεί­νω­ση θεωρεῖται ἀπό ὁ­ρι­σμένους ὡς μία πα­ρω­χημένη ἀρετή πού δέν βοηθᾶ σέ τίποτε αὐ­τόν πού τήν ἔχει ἤ ἀ­γω­νίζεται νά τήν ἀπο­κτή­σει καί κατά συνέ­πεια δέν χρειάζεται νά κ­ο­πιά­ζει γι᾽ αὐτήν.

Ὅσοι ὅμως ὑποστη­ρί­ζουν αὐτή τήν ἄποψη συκοφαντῶντας τήν τα­πείνωση καί παρασύ­ρο­ν­τας τούς ἀνθρώ­πους σέ ἐπικίνδυνα μο­νοπάτια, εἶναι αὐτοί πού ὑποστηρίζουν πα­ρω­χημένες ἀπόψεις. Για­­τί ἐάν κάτι εἶναι παρωχημένο καί ἐπι­κίν­­δυνο γιά τόν ἄνθρω­πο, αὐτό εἶναι ἡ ὑπερη­φάνεια καί ἡ ἔπαρση, στόν πειρασμό τῆς ὁ­ποίας ὑπέκυψε δυστυ­χῶς ὁ ἄνθρωπος εὑρι­σκόμενος ἀκόμη στόν κῆπο τῆς Ἐδέμ, πιστεύ­οντας τόν ὄφι πού τοῦ ὑποσχόταν νά γίνει ὅ­μοι­ος μέ τόν Θεό· καί εἶναι γνωστό ποῦ κατέ­ληξε. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά ὅλες τίς ὑψηλό­φρο­νες προσπάθειες τοῦ ἀν­θρώπου, ἀπό τόν πύρ­­γο τῆς Βαβέλ μέχρι τή σύγχρονη καταστρο­φή τοῦ φυ­σικοῦ περι­βάλλοντος ἐξαιτίας τῆς ἀλόγιστης καί ὑπερο­πτι­κῆς χρήσεώς του.

Ἀντίθετα, λοιπόν, σέ ὅλους αὐτούς τούς κιν­δύνους πού ἐπιφυλάσ­σει ἡ ὑπερηφάνεια στόν ἄνθρωπο, δέν ὑπάρχει κανείς πού νά μπορεῖ νά δείξει μία ἀρνητική συνέπεια τῆς ταπεινώ­σεως. Ὅσοι ἀκο­λού­θη­σαν τόν δρόμο τῆς ὑπε­ρη­φανείας καταστρά­φη­­­καν ἤ ξεχάσθηκαν, ὅσοι ὅμως ἀκολούθη­σαν τόν δρόμο τῆς τα­πει­νώσεως, ὅπως ἡ Πα­ναγία μας, δοξά­σθηκαν καί τιμήθηκαν καί ἀπό τόν Θεό καί ἀπό τούς ἀνθρώπους.

Γι᾽ αὐτό, ἀδελφοί μου, ἄς ἀκολουθήσουμε καί ἐμεῖς τόν εὐλογημένο δρόμο τῆς ταπεινώσεως μιμούμενοι τό παρά­δειγ­μα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, γιά νά ἀξι­ω­θοῦμε νά ἀνυψωθοῦμε καί ἐμεῖς στόν οὐρανό διά τῆς χάριτος τοῦ τι­μίου καί ζωοποιοῦ Σταυ­ροῦ καί τοῦ ἐν αὐ­τῷ προσπαγέντος Σω­τῆ­­­­­­­­ρος Χριστοῦ. Ἀμήν.



ΣΥΝΑΞΗ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΡΗΤΩΝ

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2019

"Οἱ ἐχθροί ἐμοῦ τε καί τοῦ Υἱοῦ μου ἐπλησίασαν." Θαυμαστές παρεμβάσεις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Πως άραγε βλέπει η Παναγία τους σημερινούς αιρετικούς (Οικουμενιστές;)


Οἱ ἐχθροί ἐμοῦ τε καί τοῦ Υἱοῦ μου ἐπλησίασαν. 

Θαυμαστές παρεμβάσεις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου σέ περιπτώσεις ἀπόπειρας αἱρετικῶν νά μολύνουν τήν Πίστη τῶν Ὀρθοδόξων. 


Στό συνημμένο κείμενο γίνεται μιά μικρή ἀπόπειρα νά γνωστοποιηθεῖ ἡ στάση τῆς Κυρίας Θεοτόκου ἀπέναντι στούς αἱρετικούς. Σταχυολογοῦνται δύο διηγήσεις καί ἕνα ἱστορικό γεγονός, ὅπου φανερώνεται ξεκάθαρα ἡ στάση τῆς Παναγιᾶς μας ἀπέναντι στούς αἱρετικούς καί τήν αἵρεση.
Ἡ Κυρία Θεοτόκος ἀγαπᾶ ὅλον τόν κόσμο, ἀλλά, ἀγαπᾶ ἐν ἀληθείᾳ. Τούς αἱρετικούς τούς ὀνομάζει ''ἐχθρούς τῆς ἰδίας καί τοῦ Υἱοῦ Της''.


Καλή Παναγιά. 
Μέ σεβασμό καί τιμή 
Φώτης Μιχαήλ 
ἰατρός 



Στίς ἡμέρες μας
, ὁ ἀντίχριστος κάνει τήν δουλειά του μέ πρωτοφανή δόλο καί μάλιστα ἐντελῶς ἀνεπαίσθητα. Μᾶς ξεγελάει πανεύκολα μέ διάφορες προφάσεις καί ψευτοδικαιολογίες καί χωρίς νά τό καταλάβουμε, μᾶς ὁδηγεῖ στήν ἄρνηση καί τήν περιφρόνηση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας.

Μᾶς λένε, ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι ὁδοί σωτηρίας. Μᾶς λένε, ὅτι οἱ αἱρετικοί εἶναι ''ἐκκλησίες''. Μᾶς λένε, ὅτι οἱ παπικοί καί οἱ προτεστάντες ἔχουν ἱερωσύνη καί μυστήρια ἔγκυρα. Μᾶς λένε, νά κρατήσουμε καθαρή μονάχα τήν ἀγάπη καί τήν Ἀλήθεια νά τήν στρογγυλέψουμε. Μᾶς λένε, ὅτι μποροῦμε νά συμπροσευχόμαστε δημοσίως μέ τόν ὁποιοδήποτε αἱρετικό, ἀκόμη καί μέ ἀλλόθρησκο.

Δέν μᾶς λένε, ὅμως, γιά ὅλα τά παραπάνω, πρῶτον, τί λέει τό Εἀγγέλιο. Δεύτερον, τί μᾶς διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Τρίτον, τί προβλέπεται, γιά ὅλες τίς παραπάνω δογματικές καί ἐκκλησιολογικές παρεκτροπές, τόσον ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες, ὅσον καί ἀπό τίς Ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν μας Συνόδων.

Ὁ ἐχθρός, γιά ὅσους προσέχουν καί ἐνδιαφέρονται γιά τήν σωτηρία τους, εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι δέν βρίσκεται ἁπλά ἐντός τῶν τειχῶν, ἀλλά ἔχει πλέον θρονιαστεῖ στό κέντρο τῆς Ἐκκλησίας: στίς καρδιές τῶν περισσοτέρων ἀξιωματούχων της. Γι' αὐτό καί δέν τόν ὑποψιαζόμαστε, γι' αὐτό καί παρασυρόμαστε χωρίς τήν παραμικρή ἀντίσταση. Ἔλεγε ὁ ἀγαπημένος μας Ἅγιος Γέροντας Παΐσιος: Ζοῦμε στά χρόνια τοῦ ἀντιχρίστου καί κοιμόμαστε μέ τά τσαρούχια.

Ἡ ἀνθρωποκτόνος παναίρεση τοῦ οἰκουμενισμοῦ (Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς) ἔχει διεισδύσει γιά τά καλά στίς περισσότερες ἐνορίες μας καί ἐμεῖς συνεχίζουμε νά ζοῦμε, σάν νά μή συμβαίνει ἁπολύτως τίποτε! Κλῆρος καί λαός ἔχουμε πέσει σέ ὕπνο βαθύ, ὕπνο θανατηφόρο. Τό δηλητήριο τῆς παναιρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ ἔχει δηλητηριάσει καί νοῦν καί καρδίαν. Μᾶς ἔχει ὑπνωτίσει καί μᾶς σπρώχνει κατευθεῖαν πρός τήν ὀλέθρια ἀθεΐα, τοὐτέστιν πρός τήν ἀπώλεια.

Ἐμεῖς, σήμερα, ἐν ὀνόματι μιᾶς νοθευμένης καί ψεύτικης ἀγάπης, ὀνομάζουμε τούς αἱρετικούς ''ἀδελφές ἐκκλησίες''. Τούς προκαθημένους τους, τούς προσφωνοῦμε ''ἁγιώτατους'' καί τούς πολυχρονίζουμε ψαλμωδικῶς ἐντός τῶν Ἱερῶν μας Ναῶν. Τούς καλοῦμε καί συμπροσευχόμαστε μαζί τους μέσα στίς ἐκκλησιές μας, λειτουργούμαστε παρέα μαζί τους κ.α.π.

Ρωτήσαμε τήν Παναγιά μας, πού λέμε ὅτι θά τήν τιμήσουμε στίς δεκαπέντε τοῦ μηνός, ἐάν συμφωνεῖ μέ ὅλα αὐτά τά ὑβριστικά καί ἐπαίσχυντα ’’κατορθώματά μας’’; Διότι ἡ Παναγιά μας ἔχει φανερώσει τήν στάση Της ἀπέναντι στούς αἱρετικούς καί ἡ στάση Της εἶναι ἐντελῶς διαφορετική ἀπό τήν δική μας: Ὑπάρχουν θαυμαστές ἱστορικές μαρτυρίες, πού βεβαιώνουν, ὅτι ἡ Δέσποινά μας, ἡ Κυρία Θεοτόκος, ὅλους τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς ’’ἡμέτερους’’ λατινόφρονες, τούς ἀποκαλεῖ ''ἐχθρούς δικούς Της καί τοῦ Κυρίου, ὑποκριτές καί ἀσεβέστατους’’.

Στίς 15 Αὐγούστου ἑορτάζομε τήν πάνσεπτο Κοίμησή Της.

Πόσοι ἀπό ἐμᾶς, τούς βαπτισμένους στήν κολυμβήθρα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, θά βροντοφωνάξουμε τήν ἡμέρα αὐτή ὁμολογιακῶς, ὅπως καί Ἐκείνη τό ἔπραξε, τό ὄχι στήν παρουσία αἱρετικῶν καί λατινοφρόνων μέσα στούς ἱερούς μας ναούς; (Γερμανία, Σμύρνη, Φανάρι κ.α.)

Πόσοι ἀπό ἐμᾶς
, τούς βαπτισμένους στό ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ἡμέρα τῆς Παναγίας, θά μιμηθοῦμε τήν Κυρία μας Θεοτόκο καί, ἀγαπῶντες ἐν ἀληθείᾳ, θά διαμηνύσουμε φωναχτά στούς σύγχρονους Χριστομάχους καί Πνευματομάχους (ὀπαδούς τοῦ Κολυμπαρίου), ὅτι εἶναι ἐχθροί τοῦ Κυρίου Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγιᾶς μας, ἀσεβέστατοι καί ὑποκριτές;

Γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές καί γιά ὅσους ἔχουν λίγο παραπάνω ὑπομονή στό διάβασμα, παρατίθενται στήν συνέχεια καί οἱ προαναφερθεῖσες σχετικές μαρτυρίες.


Ἡ θαυματουργή εἰκόνα τοῦ ’’ΧΑΙΡΟΒΟ’’ 

Βρισκόμαστε στά 1274. Αὐτοκράτορας στήν Πόλη εἶναι ὁ Μιχαήλ Παλαιολόγος καί πατριάρχης ὁ ἀμείλικτος διώκτης τῶν Ὀρθοδόξων Ἁγιορειτῶν πατέρων, ὁ λατινόφρων Ἰωάννης Βέκκος. Μόλις ἔχει ὑπογραφεῖ στήν Λυών ἡ ψευδοένωση Ὀρθοδόξων καί παπικῶν, καί ἀπεσταλμένοι τοῦ πάπα μαζί μέ ’’δικούς μας’’ ἑνωτικούς καταφθάνουν στό Ἅγιον Ὄρος, γιά νά ἐπιβάλλουν τήν ἐφαρμογή τῆς προδοτικῆς συμφωνίας.

Σέ ἔνα κελλί, πού βρίσκεται σέ ἀπόσταση ἀπό τήν Ἱερά Μονή Ζωγράφου, ἀσκήτευε τότε ἕνας γέροντας πολύ μεγάλης ἀρετῆς. Ὁ ἐνάρετος αὐτός γέροντας εὐλαβεῖτο βαθύτατα τήν Κυρία Θεοτόκο καί εἶχε καθημερινό κανόνα τήν ἐπαναλαμβανόμενη ἀνάγνωση τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Παναγίας, σέ ὄρθια μάλιστα στάση μπροστά στήν Εἰκόνα της.

Κάποια ἡμέρα καί ἐνῷ βίωνε ὑψηλές πνευματικές καταστάσεις λέγοντας μέ λαχτάρα τό ’’Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε’’, ἄκουσε τήν Παναγία ἀπό τήν ἱερή Της εἰκόνα νά τοῦ λέει: ’’Χαῖρε καί σύ, Γέρων τοῦ Θεοῦ. Μή φοβοῦ, ἀλλά ἀπελθών ταχέως εἰς τήν Μονήν, ἀνάγγειλον τοῖς ἀδελφοῖς καί τῷ Καθηγουμένῳ, ὅτι οἱ ἐχθροί ἐμοῦ τε καί τοῦ Υἱοῦ μου ἐπλησίασαν . Ὅστις οὖν ὑπάρχει ἀσθενής τῷ πνεύματι, ἐν ὑπομονῇ κ ρ υ β ή τ ω , ἕ ω ς π α ρ ε λ θ εῖν τ ό ν π ειρ α σ μ ό ν . Οἱ δ έ σ τ ε φ ά ν ω ν μ α ρ τ υ ρικ ῶ ν ἐ φι έμενοι, παραμενέτωσαν ἐν τῇ Μονῇ. Ἄπελθε οὖν ταχέως...’’.

Ὁ γέροντας, μετά ἀπό αὐτό, δέν στάθηκε οὔτε λεπτό. Ἀμέσως ξεκίνησε γιά τό μοναστήρι, τήν ἱερά Μονή Ζωγράφου, γιά νά ἐνημερώσει τούς πατέρες καί νά τούς μεταφέρει τίς ὁδηγίες τῆς Παναγίας. Φτάνοντας στήν Ἱερά Μονή, ὁ εὐλαβής καί ἐνάρετος γέροντας ζεῖ τό θαῦμα γιά δεύτερη φορά: Μπροστά στήν πύλη τοῦ Μοναστηριοῦ βλέπει ὄρθια τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ κελλιοῦ του, ἀπό τήν ὁποία καί ἄκουσε τήν φωνή τῆς Θεοτόκου!

Κρατῶντας, τώρα, στήν ἀγκαλιά του τήν θαυματουργή εἰκόνα τῆς Παναγίας, παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ Ἡγουμένου καί τῶν πατέρων καί τούς λέει: Σεβαστοί μου πατέρες, ἡ Κυρία Θεοτόκος μοῦ ἀποκάλυψε, ὅτι οἱ ἐχθροί Της καί ἐχθροί τοῦ Υἱοῦ Της σέ λίγο καταφθάνουν στό Μοναστήρι. Ὅποι οι ἀπό τούς πατέρες καταλαβαίνουν, ὅτι δέν θά ἀντέξουν στό μαρτύριο, μέχρι νά ἡσυχάσουν τά πράγματα, ἄς κρυφτοῦν κάπου μακριά. Ὅσοι, ὅμως, πατέρες εἶναι ἕτοιμοι νά μιμηθοῦν τούς Μάρτυρες καί νά στεφανωθοῦν, ἄς παραμείνουν στό Μοναστήρι.

Οἱ πατέρες ἔπραξαν, ὅπως άκριβῶς ὥρισε ἡ Παναγία. Οἱ ἀσθενέστεροι κρύφθηκαν μέσα στό δάσος. Οἱ πιό δυνατοί, ὁ ἡγούμενος καί ἄλλοι 25 μοναχοί, παίρνοντας μαζί τους τήν θαυματουργό εἰκόνα τῆς Παναγίας κλείστηκαν στόν πύργο τῆς Μονῆς, περιμένοντας τούς ἐχθρούς Της.

Πράγματι, σέ λίγο κατέφθασαν οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ ἑνωτικοῦ αὐτοκράτορα καί τοῦ λατινόφρονα πατριάρχη Βέκκου, συνοδευόμενοι καί ἀπό ὁμάδα ἀπεσταλμένων τοῦ πάπα. Οἱ 26 ὁμολογητές τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως πατέρες δέν κάμφθηκαν οὔτε στιγμή ἀπό τίς ὑποσχέσεις καί τά καλοπιάσματα τῶν αἱρετικῶν. Ἀρνήθηκαν ἐξ ἀρχῆς νά συλλειτουργήσουν μέ τούς παπικούς καί τούς λατινόφρονες ’’δικούς μας’’. Ἐπέκριναν ἐντονώτατα τίς ἑνωτικές ἀπόπειρες καί κατεδίκασαν εὐθέως τίς πλάνες τῶν παπικῶν.

Σέ λίγο, ὁ πύργος τῆς Μονῆς παραδόθηκε στήν πυρά. Ἡ ὀργή τῶν ἑνωτικῶν καί τῶν παπικῶν ἀπεσταλμένων, διά τῆς πυρᾶς, ὁδήγησε τούς Ὁμολογητές πατέρες κατευθεῖαν στήν ἀγκαλιά τοῦ Τριαδικοῦ μας Θεοῦ. Ἀπό τόν πύργο τόν κατακαμένο σώθηκε μονάχα ἡ θαυματουργός εἰκόνα τῆς Παναγίας, πού ἀπό τότε τήν ἀποκαλοῦν ’’Χαίροβο’’ (στά Βουλγαρικά σημαίνει τό Χαῖρε τό Ἀρχαγγελικό). Αυτά συνέβησαν στίς 10 Ὀκτωβρίου 1274.

Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τούς Ὁμολογητές Ἱερομάρτυρες κάθε χρόνο στίς 10 Ὀκτωβρίου, τήν ἡμέρα, δηλαδή, τοῦ μαρτυρίου τους.

Ἡ θαυματουργός εἰκόνα τῆς Παναγίας μας, ἡ Παναγία τοῦ Χαίροβο, φυλάσσεται στήν Ι.Μ. Ζωγράφου, γιά νά μᾶς θυμίζει τήν στάση Της ἀπέναντι στούς αἱρετικούς καί τούς ’’δικούς μας’’ λατινόφρονες.

*** 

Θαυμαστή διήγηση γιά τόν μοναχό, 
πού εἶχε στό κελλί του αἱρετικά κείμενα τοῦ Νεστορίου 

Στήν Λαύρα τοῦ Καλαμῶνος κοντά στόν Ἰορδάνη, ὁ
ἀβᾶς Κυριακός ὁ πρεσβύτερος διηγήθηκε στούς προσκυνητές τό παρακάτω συμβάν: ’’Ἕνα βράδυ εἶδα σάν ζωντανό ὄραμα στόν ὕπνο μου μιά γυναῖκα πολύ σεμνή, ντυμένη στά πορφυρά, ἔχοντας κοντά Της δύο τίμιους καί ἱεροπρεπεῖς ἄνδρες. Στέκονταν καί οἱ τρεῖς ἔξω ἀπό τό κελλί μου. Καθώς ἔβλεπα τήν σεμνοπρεπή γυναῖκα, τήν πῆρα γιά τήν Δέσποινά μας, τήν Κυρία Θεοτόκο. Καί τούς δυό ἄνδρες πού ἦταν μαζί της, γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο καί τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο.

Βγῆκα ἔξω καί παρακαλοῦσα τήν Παναγία νά μπεῖ στό κελλί μου καί νά μοῦ δώσει τήν εὐχή καί τήν εὐλογία Της, μά Ἐκείνη δέν ἤθελε νά περάσει μέσα. Ἐγώ ἐπέμενα καί κάποια στιγμή ἀκούω τήν Θεοτόκο νά μοῦ λέει:

Μέσα στό κελλί σου ἔχεις τόν ἐχθρό μου καί ἔρχε σαι νά μέ καλέσεις νά μπῶ καί ἐγώ ἐκεῖ; Καί λέγοντας αὐτά στράφηκε ἀλλοῦ καί ἔφυγε.


Ξύπνησα τρομαγμένος καί προβληματισμένος, προσπαθῶντας νά βρῶ τί ἔδιωξε τήν Παναγία ἀπό τό κελλί μου. Πέρασε πολλή ὥρα ἐρευνῶντας τόν ἑαυτό μου, τίς πράξεις, τίς σκέψεις μου, ἀλλά, δέν ἔβρισκα νά ἔχω κάνει κάτι, νά ἔχω πεῖ κάτι βλάσφημο γιά τήν Παναγία ἤ πού νά εἶναι φταίξιμο καί προσβολή γιά Ἐκείνην.

Προκειμένου νά διώξω τήν λύπη καί τούς στενάχωρους λογισμούς, πού μέ κατέλαβαν, πῆρα στά χέρια μου ἕνα βιβλίο τοῦ μακαρίου Ἡσυχίου τοῦ πρεσβυτέρου νά διαβάσω. Ἀνοίγοντας, ὅμως, τό βιβλίο ἐκεῖνο, βρίσκω, μέ πολλή μεγάλη μου ἔκπληξη, στίς τελευταῖες σελίδες, δύο λόγους τοῦ ὑβριστοῦ τῆς Θεοτόκου, τοῦ αἱρετικοῦ πατριάρχη Νεστορίου. Τότε κατάλαβα, ὅτι ὁ ἐχθρός τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου ἦταν αὐτοί οἱ λόγοι.

Σηκώθηκα καί τό ἐπέστρεψα τό βιβλίο σέ ἐκεῖνον, πού μοῦ τό εἶχε δανείσει. Τοῦ ἐξήγησα τό τί συνέβη καί ἐκεῖνος ὁ εὐλογημένος ἀδελφός, χωρίς νά χάσει καιρό, ἔκοψε ἀπό τό βιβλίο τά φύλλα μέ τούς λόγους τοῦ αἱρετικοῦ Νεστορίου, τά ἔριξε στήν φωτιά καί εἶπε: Δέν θά ἀφήσω νά παραμείνει οὔτε μιά στιγμή μέσα στό κελλί μου ὁ ἑχθρός τῆς Ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου.

*** 

Παναγία τοῦ Πόπσκαγια 
(Παναγία παπαδική -Ἱερά Μονή Χιλανδαρίου) 

Στό Ἅγιον Ὄρος, στήν Ἱερά Μονή Χιλανδαρίου, ὑπάρχει ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας μέ τήν ὀνομασία ’’Πόπσκαγια’’, πού σημαίνει ’’Παναγία τῶν παπάδων’’.

Κάποτε, παρουσιάστηκε στήν Μονή ἕνας ἄγνωστος παπάς, ὁ ὁποῖος αὐτοσυστήθηκε μέ τό ὄνομα Ἱερώνυμος. Ἦταν, ὅμως, αἰρετικός καί στόχος του ἦταν νά παρασύρει τούς πατέρες τοῦ μοναστηριοῦ στήν κακοδοξία του.

Σέ μιά λιτανεία, ἐνῷ κρατοῦσε ὁ ἴδιος στά χέρια του τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἀκούστηκε φωνή ἀπό τό Θεῖο Βρέφος νά τόν ἀποκαλεῖ ὑποκριτή, ἀσεβέστατο καί αἱρετικό. Ἀμέσως ὁ αἱρετικός ἱερέας ἔπεσε κάτω νεκρός. Ἔτσι ἡ εἰκόνα ἔλαβε τήν ὀνομασία ’’Παναγία τῶν παπάδων’’ καί οἱ πατέρες τῆς Μονῆς τήν τιμοῦν ἀπό τότε μέχρι καί σήμερα, διότι τούς προστάτεψε ἀπό τόν παπά τόν αἱρετικό.

ΠΗΓΕΣ: 
Τά κείμενα μέ τά θαυμαστά γεγονότα ἁλιεύθηκαν ἀπό τήν ἠλ. δ/νση: http://alavastron.blogspot.com/2016/08/Panagia-Theotokos-1.html 
Ἔγινε μετατροπή τῶν κειμένων στό πολυτονικό καί παρουσιάστηκαν τό μέν πρῶτο διασκευασμένο, ἐνῷ τά ἄλλα δύο αὐτούσια. 




ΠΗΓΗ

«Λόγος εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου» Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ .


(νεοελληνικὴ ἀπόδοση)

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὶς Πατερικὲς ἐκδόσεις 

 «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», τόμος 10ος.


... Ἂν ὁ θάνατος τῶν ὁσίων εἶναι τίμιος καὶ ἡ μνήμη δικαίου συνοδεύεται ἀπὸ ἐγκώμια, πόσο μᾶλλον τὴν μνήμη τῆς ἁγίας τῶν ἁγίων, διὰ τῆς ὁποίας ἐπέρχεται ὅλη ἡ ἁγιότης στοὺς ἁγίους, δηλαδὴ τὴ μνήμη τῆς ἀειπάρθενης καὶ Θεομήτορος, πρέπει νὰ τὴν ἐπιτελοῦμε μὲ τὶς μεγαλύτερες εὐφημίες.
Αὐτὸ πράττουμε ἑορτάζοντας τὴν ἐπέτειο τῆς ἁγίας κοιμήσεως ἢ μεταστάσεώς της, ποὺ ἂν καὶ μὲ αὐτὴ εἶναι λίγο κατώτερη ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ὅμως ξεπέρασε σὲ ἀσύγκριτο βαθμὸ καὶ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἀρχαγγέλους καὶ ὅλες τὶς ὑπερκόσμιες δυνάμεις διὰ τῆς ἐγγύτητός της πρὸς τὸν Θεὸ καὶ διὰ τῶν ἀπὸ παλαιὰ γραμμένων καὶ πραγματοποιημένων σ᾿ αὐτὴ θαυμασίων.

Ὁ θάνατός της εἶναι ζωηφόρος, μεταβαίνοντας σὲ οὐράνια καὶ ἀθάνατο ζωή, καὶ ἡ μνήμη τούτου εἶναι χαρμόσυνη ἑορτὴ καὶ παγκόσμια πανήγυρις, ποὺ ὄχι μόνο ἀνανεώνει τὴ μνήμη τῶν θαυμασίων τῆς Θεομήτορος, ἀλλὰ καὶ προσθέτει τὴ κοινὴ καὶ παράδοξη συνάθροιση τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων ἀπὸ κάθε μέρος τῆς γῆς γιὰ τὴν πανίερη κηδεία της, μὲ θεολήπτους ὕμνους, μὲ τὶς ἀγγελικὲς ἐπιστασίες καὶ χοροστασίες καὶ λειτουργίες γι᾿ αὐτήν.

Οἱ Ἀπόστολοι προπέμπουν, ἀκολουθοῦν, συμπράττουν, ἀποκρούουν, ἀμύνονται καὶ συνεργοῦν μὲ ὅλη τη δύναμη μαζὶ μὲ ἐκείνους ποὺ ἐγκωμιάζουν τὸ ζωαρχικὸ καὶ θεοδόχο ἐκεῖνο σῶμα, τὸ σωστικὸ φάρμακο τοῦ γένους μας, τὸ σεμνολόγημα ὅλης τῆς κτίσεως.

Ἐνῷ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Σαβαὼθ καὶ Υἱὸς αὐτῆς τῆς ἀειπάρθενης, εἶναι ἀοράτως παρὼν καὶ ἀποδίδει στὴ μητέρα τὴν ἐξόδιο τιμή. Σὲ αὐτοῦ τὰ χέρια ἐναπέθεσε καὶ τὸ θεοφόρο πνεῦμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἔπειτα ἀπὸ λίγο μεταθέτει καὶ τὸ συζυγικὸ πρὸς ἐκεῖνο σῶμα σὲ χῶρο ἀείζωο καὶ οὐράνιο.
Διότι μόνο αὐτή, εὑρισκομένη ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ σ᾿ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος, τὸν μὲν Θεὸ κατέστησε υἱὸν ἀνθρώπου, τοὺς δὲ ἀνθρώπους ἔκανε υἱοὺς Θεοῦ, οὐρανώσασα τὴ γῆ καὶ θεώσασα τὸ γένος. Καὶ μόνο αὐτὴ ἀπὸ ὅλες τὶς γυναῖκες ἀναδείχθηκε μητέρα τοῦ Θεοῦ ἐκ φύσεως πάνω ἀπὸ κάθε φύση. Ὑπῆρξε βασίλισσα κάθε ἐγκοσμίου καὶ ὑπερκοσμίου κτίσματος.

Τώρα ἔχοντας καὶ τὸν οὐρανὸ κατάλληλο κατοικητήριο, ὡς ταιριαστό της βασίλειο, στὸν ὁποῖο μετατέθηκε σήμερα ἀπὸ τὴ γῆ, στάθηκε καὶ στὰ δεξιὰ τοῦ παμβασιλέως μὲ διάχρυσο ἱματισμὸ ντυμένη καὶ στολισμένη, ὅπως λέγει ὁ προφήτης. (Ψαλμ. 44,11). Διάχρυσο ἱματισμό, ποὺ σημαίνει στολισμένη μὲ τὶς παντοειδεῖς ἀρετές. Διότι μόνο αὐτὴ κατέχει τώρα μαζὶ μὲ τὸ θεοδόξαστο σῶμα καὶ μὲ τὸν Υἱό, τὸν οὐράνιο χῶρο. Δὲν μποροῦσε πραγματικὰ γῆ καὶ τάφος καὶ θάνατος νὰ κρατεῖ ἕως τὸ τέλος τὸ ζωαρχικὸ καὶ θεοδόχο σῶμα της καὶ ἀγαπητὸ ἐνδιαίτημα οὐρανοῦ καὶ τοῦ οὐρανοῦ τῶν οὐρανῶν.
Ἀποδεικτικὸ γιὰ τοὺς μαθητὲς στοιχεῖο περὶ τῆς ἀναστάσεώς της ἀπὸ τοὺς νεκροὺς γίνονται τὰ σινδόνια καὶ τὰ ἐντάφια, ποὺ μόνα ἀπέμειναν στὸ τάφο καὶ βρέθηκαν ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἦλθαν νὰ τὴν ζητήσουν, ὅπως συνέβηκε προηγούμενα μὲ τὸν Υἱὸ καὶ Δεσπότη. Δὲν χρειάσθηκε νὰ μείνει καὶ αὐτὴ ἐπίσης γιὰ λίγο πάνω στὴ γῆ, ὅπως ὁ Υἱός της καὶ Θεός, γι᾿ αὐτὸ ἀναλήφθηκε ἀμέσως πρὸς τὸν ὑπερουράνιο χῶρο ἀπὸ τὸν τάφο.

Μὲ τὴν ἀνάληψή της ἡ Θεομῆτορ συνῆψε τὰ κάτω μὲ τὰ ἄνω καὶ περιέλαβε τὸ πᾶν μὲ τὰ γύρω της θαυμάσια, ὥστε καὶ τὸ ὅτι εἶναι ἐλαττωμένη πολὺ λίγο ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, γευόμενη τὸ θάνατο, αὐξάνει τὴ ὑπεροχή της σὲ ὅλα . Καὶ ἔτσι εἶναι ἡ μόνη ἀπὸ ὅλους τοὺς αἰῶνες καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀρίστους ποὺ διαιτᾶται μὲ τὸ σῶμα στὸν οὐρανὸ μαζὶ μὲ τὸν Υἱὸ καὶ Θεό.

Ἡ Θεομήτωρ εἶναι ὁ τόπος ὅλων τῶν χαρίτων καὶ πλήρωμα κάθε καλοκαγαθίας καὶ εἰκόνα κάθε ἀγαθοῦ καὶ κάθε χρηστότητος, ἀφοῦ εἶναι ἡ μόνη ποὺ ἀξιώθηκε ὅλα μαζὶ τὰ χαρίσματα τοῦ Πνεύματος καὶ μάλιστα ἡ μόνη ποὺ ἔλαβε παράδοξα στὰ σπλάχνα της ἐκεῖνον στὸν ὁποῖο βρίσκονται οἱ θησαυροὶ ὅλων τῶν χαρισμάτων. Τώρα δὲ μὲ τὸ θάνατό της προχώρησε ἀπὸ ἐδῶ πρὸς τὴν ἀθανασία καὶ δίκαια μετέστη καὶ εἶναι συγκάτοικος μὲ τὸν Υἱὸ στὰ ὑπερουράνια σκηνώματα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπιστατεῖ μὲ τὶς ἀκοίμητες πρὸς αὐτὸν πρεσβεῖες ἐξιλεώνοντας αὐτὸν πρὸς ὅλους μας.
Εἶναι τόσο πολὺ πλησιέστερη ἀπὸ τοὺς πλησιάζοντας τὸ Θεό, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀγγελικὲς ἱεραρχίες. «Τὰ Σεραφὶμ στέκονταν γύρω τοῦ» (Ἡσαΐας 6,2) καὶ ὁ Δαυῒδ λέγει: «παρέστη ἡ βασίλισσα στὰ δεξιά σου».

Βλέπετε τὴ διαφορὰ τῆς στάσεως; Ἀπὸ αὐτὴ μπορεῖτε νὰ καταλάβετε καὶ τὴ διαφορά της, κατὰ τὴν ἀξία τῆς τάξεως. Διότι τὰ Σεραφεὶμ ἦταν γύρω ἀπὸ τὸ Θεό, πλησίον δὲ στὸν ἴδιο μόνο ἡ βασίλισσα καὶ μάλιστα στὰ δεξιά του. Ὅπου κάθισε ὁ Χριστὸς στὸν οὐρανό, δηλαδὴ στὰ δεξιά της μεγαλωσύνης, ἐκεῖ στέκεται καὶ αὐτὴ τώρα ποὺ ἀνέβηκε ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό.

Ποιὸς δὲν γνωρίζει ὅτι ἡ Παρθενομήτωρ εἶναι ἐκείνη ἡ βάτος ποὺ ἦταν ἀναμμένη ἀλλὰ δὲν καταφλεγόταν. (Ψαλμ. 44,19). Καὶ αὐτὴ ἡ λαβίδα, ποὺ πῆρε τὸ Σεραφίμ, τὸν ἄνθρακα ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο, ποὺ συνέλαβε δηλαδὴ ἀπυρπολήτως τὸ θεῖο πῦρ καὶ κανεὶς ἄλλος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔλθει πρὸς τὸ Θεό. Ἑπομένως μόνη αὐτὴ εἶναι μεθόριο τῆς κτιστῆς καὶ τῆς ἄκτιστης φύσεως.

Ποιὸς θὰ ἀγαποῦσε τὸ Υἱὸ καὶ Θεὸ περισσότερο ἀπὸ τὴ μητέρα, ἡ ὁποία ὄχι μόνο μονογενῆ τὸν γέννησε, ἀλλὰ καὶ μόνη της αὐτὴ χωρὶς ἀνδρικὴ ἕνωση, ὥστε νὰ εἶναι τὸ φίλτρο διπλάσιο.

Ὅπως λοιπόν, ἀφοῦ μόνο δι᾿ αὐτῆς ἐπεδήμησε πρὸς ἐμᾶς, φανερώθηκε καὶ συναναστράφηκε μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῷ πρὶν ἦταν ἀθέατος, ἔτσι καὶ στὸν μελλοντικὸ ἀτελεύτητο αἰώνα κάθε πρόοδος καὶ ἀποκάλυψη μυστηρίων χωρὶς αὐτὴν θὰ εἶναι ἀδύνατος.

Διὰ μέσου τῆς Θεομήτορος θὰ ὑμνοῦν τὸ Θεὸ γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία, ἡ προστάτης καὶ πρόξενος τῶν αἰωνίων. Αὐτὴ εἶναι θέμα τῶν προφητῶν, ἀρχὴ τῶν Ἀποστόλων, ἑδραίωμα τῶν μαρτύρων, κρηπὶς τῶν διδασκάλων, ἡ ρίζα τῶν ἀπορρήτων ἀγαθῶν, ἡ κορυφὴ καὶ τελείωση κάθε ἁγίου.
Ὦ Παρθένε θεία καὶ τώρα οὐρανία, πῶς νὰ περιγράψω ὅλα σου τὰ προσόντα; Πῶς νὰ σὲ δοξάσω, τὸ θησαυρὸ τῆς δόξας; Ἐσένα καὶ ἡ μνήμη μόνο ἁγιάζει αὐτὸν ποὺ τὴν χρησιμοποιεῖ.

Μετάδωσε πλούσια λοιπὸν τὰ χαρίσματά σου στὸ λαό σου, Δέσποινα, δῶσε τὴ λύση τῶν δεινῶν μας, μετάτρεψε ὅλα πρὸς τὸ καλύτερο μὲ τὴ δύναμή σου, δίδοντας τὴ χάρη σου γιὰ νὰ δοξάζουμε τὸ προαιώνιο Λόγο ποὺ σαρκώθηκε ἀπὸ σένα γιὰ μᾶς μαζὶ με τὸν ἄναρχο Πατέρα καὶ τὸ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνες. Γένοιτο....



ΠΗΓΗ

Λόγος στην Κοίμηση της Θεοτόκου (Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτη).

koimissis

Τώρα λοιπόν, ενώ έκλεισε τους αισθητούς οφθαλμούς η Θεοτόκος, υψώνει για χάρη μας τους νοητούς, σαν λαμπρούς και μεγάλους φωστήρες που ποτέ ως τώρα δεν βασίλεψαν, για να αγρυπνούν και να εξιλεώνουν τον Θεό υπέρ της σωτηρίας του κόσμου. Τώρα, ενώ στα θεοκίνητα χείλη της σίγησε ο έναρθρος λόγος, αείλαλο ανοίγει το πρεσβευτικό της στόμα υπέρ όλου του γένους. Τώρα, ενώ συνέστειλε τις σωματικές και θεοφόρες της παλάμες, τις υψώνει άφθαρτες προς το Δεσπότη υπέρ ολόκληρης της οικουμένης. Τώρα, ενώ μας απέκρυψε τα ηλιοειδή και φυσικά χαρακτηριστικά της, ακτινοβολεί διά μέσου της σκιαγραφίας της εικόνας της και την παρέχει στο λαό προς ασπασμό ευεργετικό και σχετική προσκύνηση, είτε το θέλουν οι αιρετικοί είτε όχι. Ενώ λοιπόν πέταξε επάνω η πάναγνη περιστερά, δεν παύει να φυλάττει τα κάτω. Ενώ εξήλθε του σώματος, με το πνεύμα της είναι μαζί μας. Ενώ οδηγήθηκε στους ουρανούς, εξοστρακίζει από ανάμεσα μας τους δαίμονες μεσιτεύοντας προς τον Κύριο.

Κάποτε, μέσω της προμήτορος Εύας ο θάνατος εισήλθε και κυρίευσε τον κόσμο· τώρα όμως συναντώντας την μακάρια θυγατέρα εκείνης αποκρούστηκε και κατανικήθηκε από το ίδιο εκείνο μέρος απ’ όπου του είχε δοθεί η εξουσία. Ας χαρεί λοιπόν το γυναικείο φύλο, που αντί ντροπής αποκομίζει δόξα. Ας χαρεί και η Εύα, διότι δεν είναι πια καταραμένη, αλλά έχει να επιδείξει απόγονο της ευλογημένο την Μαρία. Ας σκιρτήσει η κτίση ολόκληρη, καθώς αντλεί μυστικά τα νάματα της αφθαρσίας από την παρθενική πηγή και απαλλάσσεται έτσι από την θανατηφόρα δίψα.


Τέτοια είναι η εορτή που έχουμε σήμερα. Τόσο μεγάλα είναι τα γεγονότα που υμνολογούμε. Αυτά μας χαρίζει η χριστοανθής ρίζα του Ιεσσαί, η ιερόβλαστη ράβδος του Ααρών, ο νοητός παράδεισος του ξύλου της ζωής, ο έμψυχος λειμώνας των παρθενικών αρωμάτων, το ανθισμένο θεογεώργητο αμπέλι του ώριμου και ζωογόνου σταφυλιού, ο υψηλός και επηρμένος χερουβικός θρόνος του Παμβασιλέα, ο οίκος ο γεμάτος από τη δόξα Κυρίου, το άγιο καταπέτασμα του Χριστού, ο φωτεινότατος τόπος της ανατολής, αυτά μας χαρίζει, καθώς κοιμήθηκε σήμερα ειρηνικά και δίκαια. Λέω κοιμήθηκε, όχι όμως και πέθανε. Πέρασε από την γη στον ουρανό, όμως δεν εγκατέλειψε την υπεράσπιση του ανθρώπινου γένους.

Με ποια λόγια λοιπόν να παραστήσουμε το μυστήριο σου; Αδυνατούμε να το σκεφθούμε· είμαστε ασθενείς για να το εκφράσουμε· μας πιάνει ίλιγγος να το περιγράψουμε. Διότι είναι παράξενο και υψηλό και ανώτερο για κάθε διάνοια. Δεν σχετίζεται και δεν ταιριάζει με κάτι άλλο, όπως συμβαίνει με τα υπόλοιπα πράγματα, έτσι ώστε να είμαστε σε θέση να δώσουμε πρόχειρα τις αποδείξεις από τα γύρω μας πράγματα. Αντίθετα, από τα υπερβατικά και ανώτερα μας κατανοούμε με ευλάβεια όσα αναφέρονται σε σένα, και σε σένα μόνη παραδίδουμε τα υπέρ άνθρωπο. Διότι άλλαξες τη φύση κατά την άρρητη γέννηση. Που άλλου άκουσε κανείς παρθένο να συλλαμβάνει ασπόρως! Ω θαύμα! Τη μητέρα και λεχώνα τη βλέπουμε άφθορη παρθένο, επειδή Θεός ήταν αυτό που γέννησε. Το ίδιο λοιπόν και στη ζωηφόρο κοίμησή σου: με το να είσαι διαφορετική από τους υπολοίπους, μόνη εσύ κατέχεις δικαιολογημένα την αφθαρσία και των δύο (ψυχής δηλ. και σώματος).

Ας μας αφηγηθεί όμως η Σιών τα παράδοξα εκείνης της ημέρας. Είχε λοιπόν συμπληρωθεί το όριο της ζωής. Είχε φθάσει η ώρα του θανάτου. Προγνώρισε σαν μητέρα Θεού η Παναγία τον καιρό της μεταστάσεως. Όταν λοιπόν τα αισθάνθηκε αυτά και τα κατάλαβε, τι μας λέει η παράδοση πως προσευχόταν και παρακαλούσε;

«Έφθασε η ήμερα της εξόδου μου· έφθασε ο χρόνος της εκδημίας μου προς εσένα. Ας παρευρεθούν εδώ αυτοί που θα υπηρετήσουν στον ενταφιασμό μου, Δέσποτα· είθε να σταθούν στο προσκέφαλό μου οι λειτουργοί που θα τελέσουν την κηδεία μου. Και στα μεν χέρια σου να αφήσω το πνεύμα μου, στα δε χέρια των μαθητών σου, για να το ενταφιάσουν, το άψαυστο και θεοδόχο σώμα μου, από όπου ανέτειλες εσύ η αθανασία. Ας παρασταθούν κοντά μου να μου δώσουν χαρά αυτοί που βρίσκονται διεσπαρμένοι στα πέρατα της γης, οι κήρυκες και υπηρέτες του ευαγγελίου σου. Κι αν εσύ ευδόκησες να μετατεθεί ζωντανός ακόμη ο δίκαιος Ενώχ στον ουρανό, γιατί έτσι έπρεπε, και ο Θεσβίτης Ηλίας φανερά να ανυψωθεί με πύρινο άρμα προς άγνωστες χώρες, για να αναμένουν και οι δύο το χρόνο της φρικτής και παμφώτεινης δευτέρας παρουσίας σου, και αν πάλι για μια ανάγκη του Δανιήλ θαυματούργησες, ώστε μέσα σε μια στιγμή ο προφήτης Αββακούμ να μεταφερθεί από την Ιερουσαλήμ στη Βαβυλώνα και πάλι να επιστρέψει, τότε τι σου είναι αδύνατο και μόνο αν το θέλησεις;»

Αυτά μόλις είπε η πανύμνητος, να που κατέφθασε και η δωδεκάδα των αποστόλων, από διαφορετική κατεύθυνση ο καθένας, σαν σύννεφα σπρωγμένα από τις πτέρυγες του Πνεύματος, που ήλθαν και στάθηκαν κοντά στη νεφέλη του φωτός. Τί λέγει λοιπόν εκείνη που έχει τα θεϊκά, τα πολλά, τα μεγάλα ονόματα, φέρνοντας, καθώς ήταν ξαπλωμένη, ένα γύρο το βλέμμα της και αντικρίζοντας αυτούς που ζητούσε;

«Ας αγαλλιάσει η ψυχή μου για τον Κύριο και αυτό θα γίνει για μένα ευφροσύνη και αίνεση και μεγαλείο εκ μέρους όλων των εθνών της γης. Διότι μου συγκέντρωσε τα θεμέλια της Εκκλησίας, μου συνάθροισε τους άρχοντες της οικουμένης, τους θαυμαστούς υπηρέτες της κηδείας μου. (Ω μεγαλοφυές θαύμα! Ω έργο μητρικής αφοσιώσεως προς τον υιό! Ω δώρο υιικής σχέσεως προς τη μητέρα!). Σαν άλλος ουρανός μου φάνηκε το δωμάτιο, με το να περικλείει μέσα του τους φωστήρες του κόσμου. Ναός Κυρίου φάνηκε η οροφή, που έφερε κοντά μου τους θείους μύστες και Ιερουργούς. Δεν θα μελετήσει πια η συμμορία των Ιουδαίων να πραγματοποιήσει τον εναντίον μου παραλογισμό. Δεν θα οπλίσει πια εναντίον μου το θρασύ του χέρι, για να με φονεύσει το συνέδριο των ιερέων. (Διότι κάποτε το είχαν σχεδιάσει και , μαζί με τον Υιό, θα φόνευαν οι αιμοχαρείς και τη Μητέρα, αλλά απέτυχαν στο σκοπό τους, γιατί τους εμπόδισε άνωθεν η θεία πρόνοια). Μεταβιβάζομαι σε τόπους κατοικίας απαραβίαστους, όπου δεν μπορεί ο εχθρός να εισαγάγει τις παγίδες της κακίας· όπου θα μπορώ να αντικρύσω την τερπνότητα του Κυρίου και να επισκεφθώ το Ναό, εγώ ο παμφώτεινος ναός Του». Και τί είπαν τότε προς αυτήν οι μακάριοι απόστολοι με λόγια είτε δικά τους είτε διαλεγμένα από τα στόματα των προφητών;

«Χαίρε κλίμαξ, που στηρίζεσαι στη γη και φτάνεις στον ουρανό, μέσω της οποίας έγινε η κάθοδος σε μας και η άνοδος προς τους ουρανούς του Κυρίου, κατά το μεγάλο πατριάρχη Ιακώβ».

Χαίρε βάτε με την τόσο παράδοξη μορφή, από την οποία εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου σε μορφή πύρινης φλόγας και την οποία ενώ η φωτιά έκαιγε, δεν την κατέκαιε, κατά το μεγάλο θεόπτη Μωϋσή.

Χαίρε ο θεοδέγμων πόκος, από τον όποιο στράγγισε η ουράνια δρόσος, μία λεκάνη γεμάτη νερό, κατά τον θαυμασιώτατο Γεδεών.

Χαίρε πόλις του βασιλέως του μεγάλου, την οποία θαυμάζουν και μεγαλύνουν οι βασιλείς μαζί με τον ασματογράφο Δαυίδ.

Χαίρε η νοητή Βηθλεέμ, ο οίκος του Εφραθά, απ’ όπου εξήλθε ο βασιλιάς της δόξας, για να καταστεί άρχοντας στο λαό του Ισραήλ, του οποίου «αι έξοδοι απ’ αρχής εξ ήμερων αιώνος», όπως λέει ο Μιχαίας ο θειότατος.

Χαίρε το κατάσκιο παρθενικό όρος, από το οποίο εμφανίστηκε ο άγιος του Ισραήλ, κατά τον θεόφωνο Αββακούμ.

Χαίρε λυχνία ολόχρυση και φωτοφόρε, από την οποία έλαμψε στους «εν σκότει και σκιά θανάτου καθήμενους» το απρόσιτο φως της Θεότητος, κατά τη ρήση του θεσπέσιου Ζαχαρία.

Χαίρε το παγκόσμιο ιλαστήριο των ανθρώπων , διά του οποίου σε ανατολή και δύση δοξάζεται στα έθνη το όνομα του Κυρίου και παντού προσφέρεται θυμίαμα στο όνομά Του κατά τον αγιότατο Μαλαχία.

Χαίρε νεφέλη ανάλαφρη, πάνω στην οποία κάθισε ο Κύριος κατά τον ιεροφωνότατο Ησαΐα.

Χαῖρε η ιερά βίβλος των προσταγμάτων του Κυρίου και ο νεοχάρακτος νόμος της Χάριτος, χάριν της οποίας μας έγιναν γνωστά όσα αρέσουν στον Θεό, κατά τον πολυθρήνητο Ιερεμία.

Χαίρε η κλεισμένη πύλη, διά της οποίας ο Κύριος και Θεός του Ισραήλ εισήλθε και εξήλθε κατά τον μεγάλο θεόπτη Ιεζεκιήλ .

Χαίρε το αλατόμητο από χέρι ανθρώπου και υψηλότατο όρος, από το οποίο αποκόπηκε ο ακρογωνιαίος λίθος, κατά τον θεολογικότατο Δανιήλ.

Και ποιος νους να χωρέσει ή ποιος λόγος να αφηγηθεί όσα εκεί έψαλλαν, όσα είπαν, όσα μακάρισαν οι θεολόγοι; Όταν λοιπόν ιερούργησαν ιερώς όσα ταίριαζε και επιτέλεσαν τα άγια αγίως, να που έφθασε και ο Κύριος με τη δόξα της δυνάμεως του και όλη τη στρατιά του ουρανού. Και αόρατα μεν λειτουργούσαν οι ασώματοι, σωματικά δε γίνονταν υμνωδοί της θείας μεγαλειότητας οι απόστολοι. Σύμμεικτη ήταν, αδελφοί μου, η πανήγυρις και ο χορός ουράνιος μαζί και επίγειος — κι ας μη ξενίσει ο λόγος μου καθώς σκιαγραφεί τα θεοπρεπή γεγονότα —αποτελούμενος από Αγγέλους, Αρχαγγέλους, Κυριότητες, Θρόνους, Αρχές, Εξουσίες, Δυνάμεις, τις Χερουβικές και Σεραφικές, αποστόλους, μάρτυρες, δικαίους, άλλους να προτρέχουν, άλλους να προϋπαντούν, άλλους να ηγούνται, άλλους να προηγούνται, άλλους να ακολουθούν και άλλους να παρακολουθούν, και όλους να φωνάζουν χαρμόσυνα με ένα στόμα: «Άσατε τω Κυρίω», «αινέσατε τον Κύριον», «ευλογημένος Κύριος επί δίκαιον όρος το άγιον αυτού» και «ανυψωθήτω ο ουρανός εις το μετέωρον». Ποιος λοιπόν άκουσε ποτέ στον αιώνα τέτοιο εξόδιο, φιλόχριστοι αδελφοί; Ποιος γνώρισε την προπομπή μιας τέτοιας κηδείας; Ποιος κατάλαβε ποτέ μέχρι τώρα τέτοια μετάβαση, σαν κι αυτή που αξιώθηκε η Μητέρα του Κυρίου μου; Και δεν είναι παράξενο. Γιατί ακριβώς και κανένας δεν φάνηκε ποτέ υπέρτερος από αυτήν, που είναι μεγαλύτερη από όλους τους ανθρώπους.
Φρίττει το πνεύμα μου, ω Παρθένε, καθώς βάζω στο μυαλό μου το μεγαλείο της μεταστάσεώς σου. Μένει έκπληκτος ο νους μου, καθώς αναλογίζομαι το θαύμα της κοιμήσεως σου. Δένεται η γλώσσα μου, καθώς πάει να διηγηθεί το μυστήριο της παλινζωΐας σου. Διότι ποιος είναι εκείνος που θα μπορούσε επάξια «να κάνει γνωστούς όλους τους ύμνους σου» ή «να εξιστορήσει όλα τα θαυμάσια σου»; Ποιος νους υψηγόρος θα ρητορεύσει, ποιά γλώσσα μεγαλόστομη θα μιλήσει, θα έξαγγείλει και θα παραστήσει τα κατά σε, θα αποδώσει τα λόγια σου ή θα σταθεί αντάξια των δικών σου θαυμάσιων, τελετών, πανηγύρεων, εορτών, διηγήσεων, εγκωμίων; Γι’ αυτό και επί του παρόντος μυστηρίου η γλώσσα μας αποδεικνύεται αδύνατη, άτονη, αποτυχημένη, αποδοκιμασμένη. Διότι πράγματι υπερέχεις, υπερβάλλεις, υπερτερείς ασυγκρίτως, σε ύψος και μέγεθος από τον ανώτατο ουρανό· σε λαμπρότητα αγνείας, από το ηλιακό φως- σε απόκτηση παρρησίας, από το αγγελικό αξίωμα κάθε άυλης και λογικής υπάρξεως των νοητών και νοερών δυνάμεων.

Αλλά τί επίσημη και λαμπρή— με αγαλλίαση το λέω—η πανήγυρίς σου! Πόσο σημειοφόρος και θαυματουργική η μετάστασή σου! Πόσο ζωοπάροχος και αφθαρτοδώρητος ο ενταφιασμός σου, μητέρα του φωτός! Τώρα όμως που πέρασες τα σύννεφα και ανέβηκες στον ουρανό και μπήκες στα άγια των αγίων «εν φωνή αγαλλιάσεως και εξομολογήσεως», αξίωσε, Θεοτόκε, να ευλογήσεις πλούσια τα πέρατα της οικουμένης. Με τις πρεσβείες σου κάνε εύκρατους τους καιρούς- χάριζε τη βροχή στην ώρα της· κατεύθυνε σωστά τους ανέμους· κάνε τη γη να καρποφορεί· δώρισε την ειρήνη στην Εκκλησία· κράτυνε την Ορθοδοξία· φύλαγε την βασιλεία· απόκρουε τις επιθέσεις των βαρβάρων σκέπαζε ολόκληρο το γένος των Χριστιανών τέλος δε συγχώρησε και τη δική μου τόλμη. Διότι δικός σου είναι αυτός ο λόγος, Μητέρα του Θεού, και συ προφήτευσες μελωδικά εκείνο που θα γινόταν: «Διότι να που από τώρα, είπες, θα με μακαρίζουν όλες οι γενεές» (Λουκ. α’ 48). Επειδή λοιπόν δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί ψευδής ο θειος σου λόγος, δέξου κι από μένα τον ανάξιο δούλο σου, αυτή την κατά δύναμη προσφώνηση και «δος μου πάλι την αγαλλίαση που μου χαρίζει, η σωστική σου βοήθεια» (Ψαλμ. 50,14). Με τη δύναμη των πρεσβειών σου στήριξε με μαζί με το συγγενή μου και πνευματικό πατέρα μου και με το ποίμνιο που μου έχουν εμπιστευθεί- εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, στον οποίον ανήκει η δόξα και η τιμή και το κράτος μαζί με τον παντοκράτορα Πατέρα και το ζωοποιό Πνεύμα, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.



ΠΗΓΗ

Συναξάρι της 15ης Αυγούστου – Εορτή Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Η κοίμηση της Θεοτόκου. Τοιχογραφία των Μιχαήλ Αστραπά και Ευτύχιου στον Άγιο Κλήμεντα της Αχρίδας.

ΣΥΝΑΞΑΡΙ 15ης ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Σήμερα γιορτάζουμε τη μνήμη της άγιας και σεβάσμιας Μετάστασης της άχραντης δέσποινας μας, Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, όταν ευδόκησε ο Θεός μας Χριστός να παραλάβει κοντά του τη Μητέρα του, γνωστοποιώντας τη Μετάσταση της από τη γη με άγγελο πριν από τρεις μέρες. Λέει· «Είναι καιρός εσένα τη Μητέρα μου να σε πάρω κοντά μου. Να μη θορυβηθείς λοιπόν καθόλου γι’ αυτό, αλλά χαρούμενη να δεχτείς την είδηση, γιατί μεταβαίνεις στην αθάνατη ζωή».

Όταν το έμαθε αυτό η Θεομήτωρ, χάρηκε πάρα πολύ. Εξαιτίας λοιπόν του πόθου της να πάει προς τον Υιό της, ανεβαίνει στο Όρος των Ελαιών με ζήλο για να προσευχηθεί —συνήθιζε συνέχεια να ανεβαίνει εκεί και να προσεύχεται—, γι’ αυτό και τότε κάτι παράξενο της συμβαίνει. Γέρνουν από μόνα τους τα φυτά του βουνού προς τη γη και σαν να είναι ζωντανοί δούλοι εκπληρώνουν τον οφειλόμενο σεβασμό προς τη Δέσποινα. Μετά την προσευχή της επιστρέφει σπίτι της κι αμέσως ολόκληρο αυτό ταρακουνιέται. Αφού φωταγώγησε ολόκληρο το σπίτι και ευχαρίστησε τον Θεό, συγκεντρώνει τους συγγενείς και τους γείτονες της, καθαρίζει το σπίτι, ετοιμάζει το κρεβάτι της και ό,τι άλλο χρειάζεται για την ταφή της, αποκαλύπτει τα λόγια που της είπε ο άγγελος για τη Μετάσταση της στον ουρανό, και για να πιστέψουν αυτά που τους είπε, τούς δείχνει το βραβείο που της έδωσε. Αυτό ήταν ένα κλαδί φοινικιάς.

Οι γυναίκες που είχαν προσκληθεί, όταν τα άκουσαν αυτά λούστηκαν στους θρήνους και οδύρονταν γοερά. Όταν όμως σταμάτησαν το κλάμα, την παρακαλούσαν να μην τις αφήσει ορφανές. Η Πανάμωμη διαβεβαίωνε όχι μόνον αυτές, αλλά και όλον τον κόσμο, ότι μετά τη Μετάσταση της θα τούς περιφρουρεί και θα τους επιβλέπει, αλλά η μεγάλη λύπη που αισθάνονταν όλοι, εξουδετέρωνε τα παρηγορητικά λόγια της που τους απηύθυνε. Έπειτα καθορίζει το τι θα γίνουν οι δύο χιτώνες της, ορίζει να τούς πάρουν δύο φτωχές χήρες, που ήταν φίλες της και γνωστές, και έπαιρναν τα απαραίτητα εφόδια για τη ζωή τους απ’ αυτήν.

Ενώ αυτά έτσι τα ανέπτυξε και τα τακτοποίησε, ξαφνικά ακούγεται ο ήχος μιας δυνατής βροντής και με τη βοήθεια πολλών νεφών από τα πέρατα του κόσμου αφού αρπάχτηκαν οι μαθητές του Χριστού, φθάνουν όλοι μαζί στο σπίτι της Θεομήτορος. Ανάμεσα σ’ αυτούς βρίσκονται ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο Ιερόθεος και μαζί του ο Τιμόθεος, οι έχοντες θεία σοφία ιεράρχες, που με τα νέφη μεταφέρθηκαν κι αυτοί. Όλοι, όταν έμαθαν την αιτία της συγκεντρώσεως τους, της έλεγαν τα έξης· «Εσένα, Δέσποινα, όταν παρέμενες στον κόσμο σε βλέπαμε σαν να βλέπαμε τον ίδιο τον Δεσπότη και Δάσκαλο μας και γι’ αυτό παρηγοριόμασταν, τώρα όμως όπως βλέπεις γεμίσαμε από λύπη και δάκρυα, εξαιτίας της μεταστάσεώς σου. Επειδή όμως με απόφαση του Υιού και Θεού σου πηγαίνεις στα υπερκόσμια, χαιρόμαστε που έτσι αποφάσισε ο Θεός για σένα». Ενώ τάλεγαν αυτά, μούσκευαν στα δάκρυα. Αύτη όμως απαντούσε· «Μη, φίλοι και μαθητές του Υιού και Θεού μου, μη μετατρέπετε τη χαρά μου σε πένθος, αλλά το σώμα μου να το κηδεύσετε, όπως θα το τακτοποιήσω εγώ πάνω στην κλίνη μου».

Αφού έγιναν αυτά έτσι, φθάνει και ο θεσπέσιος Παύλος, ο οποίος πέφτει στα πόδια της Θεοτόκου, την προσκυνά και αρχίζει να της λέει πολλά εγκώμια, όπως παραδείγματος χάριν· «Σε χαιρετώ, Μητέρα της ζωής και θεμέλιο του κηρύγματος μου. Αν και δεν είδα με τον Χριστό, βλέποντας εσένα νόμιζα ότι έβλεπα Εκείνον». Έπειτα τους αποχαιρετά όλους η Παρθένος, ξαπλώνει στο κρεβάτι της, τακτοποιεί το άχραντο σώμα της όπως ήθελε, δέεται για την κατάσταση του κόσμου και για ειρηνική συμπεριφορά των ανθρώπων, με τις ευχές της τους γεμίζει όλους με ευλογίες και έτσι τέλος παραδίδει το πνεύμα της στα χέρια του Υιού και Θεού της.
Μετά απ’ αυτά ο Πέτρος αρχίζει να ψάλλει νεκρικά τροπάρια. Οι υπόλοιποι Απόστολοι άλλοι σηκώνουν το νεκρικό φορείο κι άλλοι με λαμπάδες και ύμνους προχωρούν και συνοδεύουν το θεοδόχο σώμα στο μνήμα. Τότε λοιπόν, ακριβώς τότε, ακούγονταν άγγελοι να υμνολογούν και φωνές από τις υπερκόσμιες τάξεις των αγγέλων να γεμίζουν τον αέρα.

Εκείνη τη στιγμή οι άρχοντες των Ιουδαίων παρακίνησαν μερικούς από τον όχλο και τους πείθουν να δοκιμάσουν να ανατρέψουν το φορείο, όπου είχε τοποθετηθεί το ζωαρχικό σώμα, και να το ρίξουν κάτω. Όμως η δικαιοσύνη προφταίνει και τιμωρεί με τύφλωση όλους τους αυθάδεις. Ενός απ’ αυτούς του στερεί και τα δύο χέρια, επειδή με μεγαλύτερη μανία όρμησε και άγγιξε το ιερό εκείνο φορείο. Αυτός δίπλα στο φορείο με κομμένα τα αυδάθη χέρια του από το ξίφος της δικαιοσύνης και κρεμασμένα στο κενό, έμεινε εκεί ελεεινό θέαμα, μέχρις ότου πίστεψε μ’ όλη του τη ψυχή και θεραπεύτηκε και έγινε πάλι υγιής όπως ήταν και προηγουμένως. Αυτός, επειδή προσπαθούσε με κάθε τρόπο να σώσει τους τυφλούς, αφού πήρε ένα κομμάτι κλαδί φοινικιάς από το φορείο και το τοποθέτησε στους παθόντες, αμέσως τους γιάτρεψε, επειδή πίστεψαν κι αυτοί.

Οι Απόστολοι, όταν έφτασαν στο σημείο που λεγόταν Γεθσημανή και απόθεσαν στον τάφο το σώμα που υπήρξε πηγή ζωής, μένουν εκεί τρεις μέρες ακούγοντας μόνον αυτοί τις αγγελικές φωνές, οι οποίες δεν σταμάτησαν καθόλου. Επειδή όμως, όπως λέει η παράδοση, σύμφωνα με τη θεία οικονομία ένας από τους Αποστόλους, ο Θωμάς, έχασε την κηδεία του σώματος, που ήταν η πηγή της ζωής, γιατί έφτασε την τρίτη μέρα. Επειδή το έφερε αυτό βαρέως και στενοχωριόταν, γιατί δεν αξιώθηκε κι αυτός να πάρει μέρος στην τελετή όπως όλοι οι άλλοι συναπόστολοι, αποφάσισαν όλοι μαζί, για χάρη του Αποστόλου που δεν πρόφτασε, να ανοίξουν τον τάφο για να προσκυνήσει κι αυτός, αλλά αυτό που είδαν τους άφησε άναυδους. Βρήκαν τον τάφο άδειο από το άγιο σώμα, τί θαύμα!, και μόνον το σάβανο ήταν εκεί, παρηγοριά για όλους όσοι στο μέλλον θα λυπόταν, αλλά και αδιάψευστη απόδειξη για τη μετάσταση της. Μέχρι σήμερα βέβαια φαίνεται ο λαξεμένος στην πέτρα τάφος και προσκυνείται, ενώ είναι κενός από το σώμα της Θεοτόκου.

Γιορτάζεται η γιορτή της στον σεβαστό ναό της που βρίσκεται στις Βλαχέρνες και στις άγιες εκκλησίες που φέρνουν το όνομα στους διάφορους τόπους.



ΠΗΓΗ